Βυζαντινοί (6ος-10ος αι. μ.Χ.)

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ-Εισαγωγή

Κατά τους νεότερους χρόνους και πιο συγκεκριμένα τον 6ο μ. Χ. αιώνα, η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (όπως αυτή διαμορφώνεται από τον 3ο αιώνα μ. Χ. και εξής) παίρνει την ονομασία «Βυζαντινή αυτοκρατορία». Ήδη από το 330 μ. Χ. η πρωτεύουσα της Ανατολικής αυτοκρατορίας είχε μετακινηθεί από τη φτωχική πλέον και πολυτάραχη Ρώμη στο Βυζάντιο, στην αρχαία ελληνική αποικία των Μεγαρέων στις ακτές του Βοσπόρου. Η νέα πρωτεύουσα, που χαρακτηρίστηκε ως η «Νέα Ρώμη» (τίτλος που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 381 μ. Χ.) ήταν η πόλη που ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (324-337 μ. Χ.) ανακαίνισε, κόσμησε και μετονόμασε σε «Κωνσταντινούπολη».

 

Έως τον 5ο αιώνα μ. Χ., η Βυζαντινή αυτοκρατορία εκτεινόταν στις τρεις ηπείρους γύρω από τη Μεσόγειο, δηλαδή την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Στα τέλη του 5ου αιώνα, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (Ιταλία, Βόρεια Αφρική, Γαλατία και Ισπανία), καθώς και η Ρώμη, καταλήφθηκαν από τα γερμανικά φύλα των Βανδάλων, των Βησιγότθων και των Οστρογότθων, με αποτέλεσμα το Βυζάντιο να περιοριστεί στα ανατολικά του εδάφη. Έκτοτε ωστόσο, τα σύνορά του άλλαζαν διαρκώς: τον 6ο αιώνα και πιο συγκεκριμένα επί βασιλείας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία επεκτεινόταν σε ολόκληρη την Ιταλία, σε μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου και στο μεγαλύτερο τμήμα της Βόρειας Αφρικής. Ο ύστερος 6ος αιώνας και οι αρχές του 7ου υπήρξαν καταστροφικοί για το Βυζάντιο, καθώς στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας ξέσπασαν λαϊκές αναταραχές. Παράλληλα, τα βαλκανικά και τα ανατολικά σύνορα κατέρρευσαν, οι Βησιγότθοι άρχισαν να ανακτούν τις κτήσεις τους στην Ισπανία, ενώ παρόμοιες επιχειρήσεις οργανώνονταν από τους Λομβαρδούς στην Ιταλία και τους Βέρβερους στη Βόρεια Αφρική. Τα αμέσως επόμενα χρόνια οδήγησαν την αυτοκρατορία σε μεγάλη παρακμή και απείλησαν την ίδια της την ύπαρξη. Ο έλεγχος της Μεσογείου που είχε επιτύχει ο Ιουστινιανός είχε χαθεί και τα βυζαντινά εδάφη παρουσίαζαν σημαντικότατη συρρίκνωση. Το 681 μ. Χ. ιδρύθηκε το ανεξάρτητο βασίλειο των Βουλγάρων σε εδάφη που προηγουμένως ανήκαν στο Βυζάντιο, με την έγκριση του βυζαντινού αυτοκράτορα. Από την περίοδο αυτή και εξής, σε στρατηγικό επίπεδο, ο προσανατολισμός του Βυζαντίου ήταν προς ανατολάς. Το κέντρο και ο πυρήνας ήταν πλέον η Μικρά Ασία, μετατόπιση που εξακολούθησε να ισχύει μέχρι τον 11ο αιώνα. Τον 11ο αιώνα και τον 12ο μ. Χ. αιώνα η αυτοκρατορία εκτεινόταν στο (σύγχρονο) ελλαδικό, αιγαιακό και ευρύτερο μικρασιατικό χώρο. Βέβαια, τη Μικρά Ασία την εποφθαλμιούσαν οι Άραβες, που κάθε τόσο επιδίδονταν σε χερσαίες επιδρομές, ενώ οι θαλάσσιες πειρατικές επιθέσεις τους έθεταν σε κίνδυνο τις επικοινωνίες. Το 1204 το Βυζάντιο καταλύεται από τους σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας (κυρίως Γάλλους αλλά και Βενετούς), ενώ στη θέση της αυτοκρατορίας εμφανίζονται ισχυρά μικρά κρατίδια όπως το Δεσποτάτο της Ηπείρου, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Με την ανασύσταση του βυζαντινού κράτους το 1261, και ιδίως κατά τον 14ο και 15ο μ. Χ. αιώνα, το Βυζάντιο ήταν πλέον κράτος μόνο κατ’ όνομα. Τα εδάφη του, δραστικά συρρικνωμένα και διάσπαρτα, αποτελούνταν από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και την ενδοχώρα της, τα νησιά του Αιγαίου και το Δεσποτάτο του Μορέως. Χωρίς πόρους, με ελάχιστα στρατεύματα και μονίμως ανάμεσα σε δυναστικές διενέξεις, οι Βυζαντινοί ήταν ουσιαστικά ανίκανοι να ακολουθήσουν ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Οι Βενετοί, οι Γενουάτες και οι Οθωμανοί σύντομα βρέθηκαν, μέσα στο πλαίσιο αυτό, να υποστηρίζουν διαφορετικές φατρίες της αυτοκρατορικής οικογένειας. Ήδη από το 14ο αιώνα, οι Οθωμανοί προήλαυναν προς τον πυρήνα της Αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί δεν ήταν ικανοί να προβάλουν μεγάλη αντίσταση στην οθωμανική προέλαση. Μία μέθοδος που δοκίμασαν όλοι οι αυτοκράτορες ήταν να ζητήσουν τη συνδρομή της Δυτικής Ευρώπης, ωστόσο η βοήθεια ήταν - με ελάχιστες εξαιρέσεις - ελάχιστη, καθώς ο Πάπας εξαρτούσε την υποστήριξη του από την ένωση της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας (ένα κάθε άλλο παρά δημοφιλές ζήτημα στο Βυζάντιο). Ένας μακροχρόνιος αποκλεισμός της Κωνσταντινούπολης από το σουλτάνο Βαγιαζίτ, από το 1394 έως το 1402, σχεδόν σήμανε το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τελικά, η Πόλη υπέκυψε μετά από πολιορκία του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή, από ξηρά και θάλασσα, το Μάιο του 1453.

Το βυζαντινό κράτος δεν υπήρξε σε κανένα επίπεδο στατικό και οι διαρκείς μεταβολές αποτέλεσαν δομικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας και του χαρακτήρα του. Από τον 4ο έως το 6ο μ. Χ. αιώνα το Βυζάντιο μπορεί να χαρακτηριστεί «ρωμαϊκό» και με επίσημη γλώσσα τη λατινική. Με την καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας (381 μ. Χ.), τη σταδιακή απώλεια των δυτικών του εδαφών (5ος - 7ος αι. μ. Χ.) και την Εικονομαχία (8ος - 9ος αι. μ. Χ.), το κράτος έχασε πολλά από τα ρωμαϊκά του χαρακτηριστικά. Αν και εδαφικά πιο περιορισμένο, παρέμεινε πολυεθνικό αλλά με επίσημη θρησκεία την Ορθοδοξία και επίσημη γλώσσα την ελληνική. Σημαντινές υπήρξαν και οι αλλαγές στη διοίκηση και στην οικονομία με το πέρασμα των αιώνων. Οι αχανείς επαρχίες και τα μεγάλα αστικά κέντρα του 4ου αιώνα κατέρρευσαν, δίνοντας τη θέση τους σε ισχυρούς οχυρωμένους οικισμούς. Το Βυζάντιο μετεξελίχθηκε σε κράτος αγροτικό και παρέμεινε τέτοιο τόσο την εποχή της ακμής του (10ος -12ος αι. μ. Χ.) όσο και τους επόμενους αιώνες. Σταθερός στο χρόνο υπήρξε μόνον ο αυτοκρατορικός θεσμός που διαμορφώθηκε από τα πρώιμα στάδια της βυζαντινής περιόδου, συνδυάζοντας αρχές της ύστερης αρχαιότητας περί βασιλείας, σε σύνδεση με το πνεύμα του χριστιανισμού. Πλαισιωμένος από μία αυστηρά δομημένη κρατική και εκκλησιαστική ιεραρχία, ο αυτοκράτορας ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Θεού επί της Γης και ως οικουμενικός ηγέτης του μοναδικού επίγειου βασιλείου.

 

Η ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας διακρίνεται σε τρεις βασικές υποπεριόδους:

 

[1] Η Πρωτοβυζαντινή περίοδος (4ος - 7ος αι μ. Χ.) έχει ως βασικό χαρακτηριστικό τη διατήρηση του συστήματος των ελληνορωμαϊκών πολιτειών (civitates) στο κέντρο της οικονομικο-κοινωνικής οργάνωσης, καθορίζοντας, εν πολλοίς, τις δομές της αυτοκρατορίας.

 

[2] Η Μεσοβυζαντινή περίοδος (7ος - μέσα 11ου αι μ. Χ.) χωρίζεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση (7ος - 9ος αι μ. Χ.) καταγράφεται η «αγροτοποίηση» της αυτοκρατορίας. Πρόκειται για ένα είδος διοικητικής και φορολογικής ανεξαρτητοποίησης της υπαίθρου από τα αστικά κέντρα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα αστικά κέντρα παύουν να καθορίζουν ως ένα βαθμό τις οικονομικές και ιδιαίτερα τις πολιτικές εξελίξεις. Στο δεύτερο μέρος της περιόδου (9ος - 11ος αι. μ. Χ.), παρατηρείται μία εξισορρόπηση της αγροτικής και της αστικής οικονομίας, η οποία απορρέει από την προσπάθεια της Μακεδονικής δυναστείας να επιβάλει κοινωνική ισορροπία και να στηρίξει την κεντρική εξουσία μέσα από ευρύτερης κλίμακας διοικητικές δομές.

 

[3] Η Υστεροβυζαντινή περίοδος (μέσα 11ου αι. μ. Χ. - 1453) διακρίνεται επίσης σε δύο φάσεις. Η Εποχή των Κομνηνών (μέσα 11ου αι. μ. Χ. -1204) έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τη σχετική εξάπλωση της αστικής οικονομίας και την πρώτη επιβολή - οικονομική και πολιτική - του Δυτικού κόσμου στο οικονομικά ασθενές και πολιτικά και εδαφικά περιορισμένο Βυζάντιο. Η Εποχή των Παλαιολόγων (1204-1453 μ. Χ.) χαρακτηρίζεται από την περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομίας, την εμφάνιση των πρώτων καθαρών φαινομένων οικονομικής εξάρτησης από τη Δύση και τη βαθμιαία πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ (527 - 565 μ. Χ.)

Σε όλη τη διάρκεια του 6ου αι μ. Χ., σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια κυριαρχούσε μία ιεραρχημένη και ζωντανή χωροταξική οργάνωση, με μεγάλα αστικά κέντρα και κωμοπόλεις, αλλά και μικρά χωριά με δραστήριους αγρότες και μικροϊδιοκτήτες. Εκπρόσωποι του κράτους υπήρχαν παντού και οι ίδιες διοικητικές και νομικές αρχές ίσχυαν τόσο στις επαρχίες όσο και στην Κωνσταντινούπολη. Ένα περίπλοκο σύστημα οργάνωσης, κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ρύθμιζε την κοινωνική ζωή και το οικονομικό σύστημα. Η παραγωγή εντασσόταν στο πλαίσιο της ρωμαϊκής πολιτιστικής παράδοσης, χαρακτηριζόταν από πλούσια ποκιλία, μεγάλη φήμη και ευρεία διάδοση, ενώ περιελάμβανε ένα φάσμα αγαθών, όπως μάρμαρα, κεραμικά, υφαντά, αντικείμενα μεταλλοτεχνίας και φυσικά είδη διατροφής. Τόσο οι οικοδομικές τεχνικές, όσο και οι τεχνικές της βιοτεχνικής παραγωγής, ήταν υψηλής ποιότητας με σαφείς αναφορές σε τεχνολογικές αρχές και ανακαλύψεις, οι οποίες ήταν γνωστές ήδη από τα τέλη της ελληνιστικής εποχής ή την πρώιμη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (π. χ. φυσητό γυαλί, υδραυλικοί μύλοι, πιεστήρια με κοχλία). Ένα δίκτυο ανταλλαγών και πολύπλοκων σχέσεων - στο πλαίσιο του οποίου το κράτος διαδραμάτιζε δευτερεύοντα και όχι πρωτεύοντα ή δεσποτικό ρόλο - στήριζε μία πολυεπίπεδη και εκχρηματισμένη οικονομία. Το πολυμεταλλικό νομισματικό σύστημα (επίσης κληρονομιά της Ύστερης Αρχαιότητας), σταθεροποιήθηκε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο Α΄ (491 - 518 μ. Χ.), ο οποίος με τον τρόπο αυτό ενθάρρυνε και τελικά επέβαλε τη χρήση ενός ιεραρχημένου και ευέλικτου ανταλλακτικού μέσου.

 

Η βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ. Χ.) αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Την περίοδο αυτό το βυζαντινό κράτος ήταν πλούσιο χάρη στα κρατικά μονοπώλια, καθώς και στην αποτελεσματική είσπραξη των φόρων. Ωστόσο, και η ίδια η βυζαντινή κοινωνία διέθετε πλούτο, με υπολογίσιμη βιοτεχνική παραγωγή και εμπορική δραστηριότητα. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ο Ιουστινιανός είχε κληρονομήσει από τον προκάτοχο του, Αναστάσιο Α΄ (491 - 518 μ. Χ.) σημαντικό πλεόνασμα: παρά το γεγονός ότι ο Αναστάσιος είχε καταργήσει το χρυσάργυρον, ένα φόρο που έπληττε τους πληθυσμούς των πόλεων και ειδικότερα τις εμπορικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, κατάφερε να διευθύνει τα αυτοκρατορικά οικονομικά με ιδιαίτερη πυγμή και να αφήσει μετά το θάνατό του στα δημόσια ταμεία πλεόνασμα που άγγιζε τις 320000 λίτρες χρυσού.

 

Με αυτούς τους σημαντικούς πόρους, ο Ιουστινιανός ξεκίνησε την εφαρμογή μίας πολιτικής επανάκτησης των δυτικών επαρχιών της αυτοκρατορίας. Τη δεκαετία του 530 μ. Χ., ο στρατηγός Βελισάριος επανεδραιώνει τη βυζαντινή κυριαρχία στη Βόρεια Αφρική (βασίλειο των Βανδάλων) και στην Ιταλία (βασίλειο των Οστρογότθων). Στο διάστημα 540 - 550 μ. Χ. το Βυζάντιο επανακτά το νοτιοανατολικό τμήμα της Ισπανίας που είχε καταληφθεί από τους Βησιγότθους, με συνέπεια η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να επεκτείνεται πλέον σε ολόκληρη την Ιταλία, στο μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας Αφρικής και σε μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου.

 

Η ανάκτηση της Ιταλίας ήταν αργή και προκάλεσε τεράστιες ζημιές. Όλες οι ιταλικές πόλεις επλήγησαν, με εξαίρεση την πόλη της Ραβέννας. Η ανάκτηση της Αφρικής έγινε σχετικά γρήγορα, χωρίς η περιοχή να υποφέρει ιδιαίτερα, καθώς η βυζαντινή εξουσία ήταν αποφασισμένη να επενδύσει σε αυτήν με ένα πλήρες πρόγραμμα οχυρωματικών έργων και την εκχώρηση προνομίων σε πόλεις όπως η Καρχηδόνα. Από τη Θράκη έως το Δούναβη, οι όποιες αυτοκρατορικές προσπάθειες αναβάθμισης των πόλεων παρακμάζουν, εκτός από την περιοχή των αστικών κέντρων γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα που γνωρίζουν μεγάλη εμπορική άνθηση. Στη Μικρά Ασία, τη Συρο-Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, οι πόλεις ευημερούν έως και τα μέσα του 6ου αιώνα, με την Κωνσταντινούπολη να αριθμεί περίπου μισό εκατομύριο κατοίκους. Κατά κανόνα, οι παράκτιες πόλεις παρέμειναν πυκνοκατοικημένες σε όλη τη διάρκεια του 6ου αιώνα. Ήταν, ωστόσο, άνισα κατανεμημένες, παρά τις προσπάθειες της αυτοκρατορικής αρχής να αυξήσει τον αριθμό τους στις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διοικητική και δημοσιονομική αποτελεσματικότητα. Η πόλη (πόλις) και η ύπαιθρος (χώρα) αλληλοσυμπληρώνονταν στην αξιοποίηση της γης των αστικών κέντρων. Πολλοί γαιοκτήμονες κατοικούσαν στην πόλη, ιδίως οι possessores, οι οποίοι διοικούσαν την πόλη μαζί με τον Επίσκοπο και τον εκπρόσωπο της επαρχιακής διοίκησης.

 

Οικιστική άνθιση και πυκνότητα της υπαίθρου διαπιστώνεται σε όλη την έκταση της Ανατολικής Διοίκησης και ιδιαίτερα στις ακτές του Αιγαίου. Μεμονωμένες αγροικίες και επαύλεις, καθώς και μικρά χωριά, έχουν εντοπισθεί σε διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, ενώ στην ιεραρχία, μεταξύ πόλεων και χωριών, μεσολαβεί και η κατηγορία των μεγάλων κωμοπόλεων. Σε μερικές από αυτές τις κωμοπόλεις εντοπίζονται καταστήματα, από τα οποία οι άνθρωποι της υπαίθρου προμηθεύονταν εργαλεία και αγαθά. Στις πηγές αναφέρονται υφαντές, σιδηρουργοί, χρυσοχόοι, εργολάβοι, λιθοξόοι, ξυλουργοί, μαρμαράδες, όπως επίσης γιατροί και δάσκαλοι. Επιπλέον, το αναπτυσσόμενο δίκτυο των δευτερευόντων αστικών κέντρων υποκατέστησε εν μέρει τις μεγάλες πόλεις στην περιφερειακή οικονομία και επέδειξε μια εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής στις άστατες συνθήκες του 6ου αιώνα.

 

Εντούτοις, στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας οι Πέρσες διατηρούσαν την ισχύ τους (εισβάλοντας σε περιοχές όπως η Συρία και η Αρμενία), ενώ στα Βαλκάνια, σημειώνονται σλαβικές, βουλγαρικές και αβαρικές επιδρομές. Οι Βυζαντινοί καταφεύγουν σε συνθήκες ειρήνης, αλλά και στη δημιουργία σημαντικών οχυρωματικών έργων, τα οποία όμως τελικά αποδείχτηκαν ατελέσφορα. Οι πόλεμοι αποδείχτηκαν δαπανηροί, ενώ στα προβλήματα ήρθε να προστεθεί η οξεία επιδημία πανώλης (541-2 μ. Χ.), η οποία σε συνδυασμό με άλλες ασθένειες και λόγω επανειλημμένων κρουσμάτων ολόκληρο τον 6ο αιώνα αλλά και αργότερα, είχε ισχυρές δημογραφικές επιπτώσεις.

 

Κατά τη διάρκεια της μακράς του βασιλείας, ο Ιουστινιανός χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μία σειρά από περιοριστικούς παράγοντες στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις. Ο πρώτος ήταν το πρόβλημα του ανθρώπινου δυναμικού (αποτέλεσμα κοινωνικών και δημογραφικών παραγόντων), που είχαν ως βασική συνέπεια την αδυναμία στρατολόγησης επαρκών στρατιωτικών δυνάμεων από τους κόλπους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συμμαχούσε ως εκ τούτου ο αυτοκράτορας με σώματα που προέρχονταν από πληθυσμούς εκτός συνόρων (πχ Ούννους, Βούλγαρους, Σλάβους). Οι «συμμαχικές» αυτές μονάδες πληρώνονταν σε χρυσό που συγκεντρωνόταν από φόρους. Δεύτερος περιοριστικός παράγων ήταν τα εφόδια και κυρίως τα άλογα. Η ανεπάρκεια όπλων και ιππικού περιόριζε τον όγκο της στρατιωτικής δύναμης της αυτοκρατορίας και εμπόδιζε τις μετακινήσεις σε μακρινά μέτωπα. Ο ανεφοδιασμός και η πληρωμή του στρατού δεν ανήκαν στην ευθύνη των στρατιωτικών αξιωματούχων αλλά στην επαρχιακή διοίκηση, που μαστιζόταν από τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά. Εξαιτίας των περιοριστικών αυτών παραγόντων, τα πρώιμα βυζαντινά στρατεύματα (αν και σωστά εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα), αποδεικνύονταν διαρκώς ανεπαρκή στην επιτέλεση του έργου τους. Βασίζονταν στην κατοχή οχυρών θέσεων και δεν ανέπτυσσαν κινητικότητα (ως έφιππες δυνάμεις). Επίσης ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο ανεφοδιασμός του στρατεύματος στηριζόταν συνήθως στους κατοίκους των περιοχών όπου λάμβαναν χώρα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Υπό αυτή την έννοια, δεν προκαλεί εντύπωση ότι η PaxRomanaπου επιδιώχθηκε μέσα από την Ιουστινιάνεια «τάξη πραγμάτων» άρχισε να οδεύει προς το τέλος της, ήδη από τον ύστερο 6ο αιώνα έως και τις αρχές του 7ου αιώνα μ. Χ.

- Διοίκηση

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της διοίκησης κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο (και ειδικότερα την Ιουστινιάνεια περίοδο) είναι η επιβίωση του συστήματος των «πολιτειών» (civitates) της Ύστερης Αρχαιότητας. Το σύστημα αυτό προϋπέθετε προφανώς την ύπαρξη πόλεων, ωστόσο, το κυριότερο χαρακτηριστικό του ήταν η φορολογική υπαγωγή μίας ολόκληρης αγροτικής περιοχής σε ένα αστικό κέντρο που διέθετε τοπική αυτοδιοίκηση. Παραδοσιακά, το σύνολο των πολιτών συνιστούσε το ανώτατο όργανο της αυτοδιοίκησης, ωστόσο, σταδιακά, η αυτοδιοίκηση περιορίστηκε στο σώμα των «βουλευτών» (curiales-decuriones), το οποίο αρχικά αποτελούσαν οι μεγάλοι και μεσαίοι γαιοκτήμονες μιας περιοχής. Αργότερα, στο σώμα άρχισαν να περιλαμβάνονται και άλλες ομάδες (π.χ. βιοτέχνες, έμποροι, ναύκληροι), υπό την προϋπόθεση ότι διέθεταν κάποιο μερίδιο γης.

 

Ολόκληρος ο χώρος της αυτοκρατορίας δεν καλυπτόταν βεβαίως από πόλεις. Επίσης η πυκνότητα του δικτύου των πόλεων διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Μπορούν να διακριθούν ουσιαστικά δύο διοικητικές κατηγορίες εντός Βυζαντίου: το σύστημα των πολιτειών αφενός και αφετέρου ο χώρος που διοικείται άμεσα από τα όργανα της κεντρικής υπηρεσίας, οι «ρεγεώνες» ή «κλίματα». Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν μεγάλες περιουσίες του Στέμματος, της Εκκλησίας και ιδιωτών, ενώ δεν υπάγονταν στην αρμοδιότητα των βουλευτών, αλλά σε ένα ιδιάζον καθεστώς διοίκησης, με ειδικούς οικονομικούς υπαλλήλους που στέλνονταν από τις κεντρικές υπηρεσίες.

 

Ως προς το σύστημα των civitates, οι βασικές μεταβολές που αυτό παρουσίασε στην Πρωτοβυζαντινή φάση είναι οι ακόλουθες: (α) το σώμα των βουλευτών έγινε κληρονομικό (β) άρχισε να επιτρέπεται η επέμβαση του κράτους στην τοπική αυτοδιοίκηση και (γ) από μία φάση και εξής, άρχισαν να διορίζονται ως βουλευτές πολλά ανώτερα στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η κρατική επέμβαση στα διοικητικά πράγματα προέκυψε από την απομάκρυνση των πολύ μεγάλων κτηματιών από τα δημόσια αξιώματα. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες κατάφεραν να αποκοπούν φορολογικά από το σύστημα των πολιτειών, το οποίο άρχισε να καταρρέει. Οι αυτοκράτορες για να ενισχύσουν τις δημοτικές αρχές αρχίζουν να ελέγχουν κάθε διορισμό και να απονέμουν ειδικούς τίτλους. Οι επικεφαλής των πόλεων ονομάζονται επιμελητές (curatores), δεκάπρωτοι (decemviri) και έκδικοι (vindices, defensorescivitatis). Με τον τρόπο αυτό, ολόκληρο το σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης μετατράπηκε σε προέκταση της κεντρικής διοίκησης. Τα «δημοτικά» συμβούλια μεταφέρθηκαν στην περιφέρεια και αποτελούνταν από μία κάστα κληρονομικών ιδιοκτητών, από τους «προύχοντες», τους «πρώτους» ή «πρωτεύοντες» μίας περιοχής, που διέμεναν συνήθως στις πόλεις. Οι «προύχοντες» μετείχαν στη διοικητική μηχανή δίπλα στα επαρχιακά όργανα της κεντρικής διοίκησης, που ήταν ιδιαίτερα ενεργά στην είσπραξη των φόρων.

- Εμπόριο

Στη διάρκεια της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, η υπαγωγή των εργαζομένων στο συντεχνιακό σύστημα αποκτά χαρακτήρα νομικό και επιδρά τόσο στην κοινωνική κινητικότητα όσο και στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων. Ακολουθώντας τις τάσεις της εποχής, οι συντεχνίες τείνουν να γίνουν κληρονομικές. Τα διοικητικά όργανα της συντεχνίας εκλέγονταν από το σύνολο των μελών. Ο πάτρονας είναι υπεύθυνος για τη συντεχνία ενώπιον των αρμόδιων κρατικών αρχών και των εκπροσώπων του κράτους στις επαρχιακές πόλεις.

 

Και στην περίπτωση των εμπόρων, η βιβλιογραφία κάνει αναφορά σε «συστήματα», δηλαδή συντεχνίες των εμπόρων, αλλά και όσων ασχολούνται με τις μεταφορές. Οι μεταφορές δια ξηράς ήταν αρμοδιότητα των συντεχνιών του «δημόσιου δρόμου» (cursuspublicus) ενώ τις μεταφορές στη θάλασσα οργάνωναν τα «συστήματα» των ναυκλήρων. Το εμπόριο περιοριζόταν επίσης και από τα μονοπώλια (του αλατιού, του μεταξιού και συχνά του σιδήρου, του χρυσού και του σταριού). Μία άλλη σημαντική δέσμευση ήταν ότι το εξωτερικό εμπόριο έπρεπε να διεξάγεται σε ορισμένα και μόνο σημεία της αυτοκρατορίας, όπου υπήρχε άμεσος έλεγχος από το κράτος και δυνατότητα είσπραξης των τελών εισαγωγής και εξαγωγής.

- Θρησκεία

Στη μακρά διάρκεια της βασιλείας του ο Ιουστινιανός προσπάθησε να δώσει λύσεις σε πλήθος αλληλένδετα προβλήματα, που αφορούσαν το χριστιανικό δόγμα και την οργάνωση της Εκκλησίας. Στις αρχές του 6ου αιώνα υπήρχαν βαθιές διαιρέσεις στους κόλπους της Χριστιανικής Εκκλησίας και τα θρησκευτικά αυτά ζητήματα αλληλοσυνδέονταν με γεωπολιτικά θέματα και στρατηγικές. Ήδη από τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε διατάγματα που στρέφονταν εναντίον των Μανιχαίων και των Σαμαριτών, των Μοντανιστών και των Γνωστικών, των Νεστοριανών και των Μονοφυσιτών. Οι θρησκευτικοί εξόριστοι παρέμειναν εκτοπισμένοι σε μακρινούς τόπους της αυτοκρατορίας και σε ορισμένες περιπτώσεις οι πηγές αναφέρουν ότι πραγματοποιήθηκαν συστηματικοί διωγμοί. Ο σαφής προσανατολισμός του Ιουστινιανού προς τη Δύση δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό τη στάση του αυτή, ενώ επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και το γεγονός ότι, στην αχανή επικράτεια της αυτοκρατορίας, οι ντόπιοι πληθυσμοί αρνούνταν να συμμορφωθούν με τα θρησκευτικά δόγματα και τις θέσεις του αυτοκράτορα και της Εκκλησίας (του).

 

Παρά τα όποια προβλήματα στις λεπτές αποχρώσεις της θρησκείας, είναι σημαντικό ότι ήδη από τα μέσα του 5ου αι μ. Χ. ξεκίνησε σε ολόκληρη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ένα μεγαλεπήβολο πρόγραμμα κατασκευής θρησκευτικών οικοδομημάτων. Στο εγχείρημα αυτό συμμετείχαν αυτοκράτορες, ηγεμόνες και αξιωματούχοι, καθώς και μεγάλοι γαιοκτήμονες. Η εκκλησία παίρνει τη θέση του αρχαίου ναού στη συλλογική συνείδηση. Στην Κωνσταντινούπολη και στα περισσότερα μεγάλα κέντρα όπως η Ραβέννα, η Έφεσος, η Αντιόχεια και η Θεσσαλονίκη, η θρησκευτική αρχιτεκτονική, που συγχέεται με την αυτοκρατορική αρχιτεκτονική (καθώς ο αυτοκράτορας αποτελεί τον εμπνευστή των μεγάλων εκκλησιών της πρωτεύουσας), δίνει τα πιο προηγμένα έργα από την άποψη της σύλληψης, της επιλογής και του συνδυασμού των υλικών, αλλά και της τεχνολογίας της εποχής. Η εποχή του Ιουστινιανού είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική όσον αφορά την τεχνολογική ποιότητα και το κόστος των κατασκευών. Η Αγία Σοφία, ο Άγιος Πολύευκτος, οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος, ο Άγιος Ιωάννης της Εφέσου και η Βασιλική Β των Φιλίππων, μαρτυρούν την επανάσταση στις μέχρι πρότινος ισχύουσες οικοδομικές συνήθειες, καθώς και τη μεγάλη κινητοποίηση εργατικού δυναμικού.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1: Βυζαντινή (περί το 600 μ. Χ.) - Οικιστική αρχιτεκτονική και πολεοδομικός σχεδιασμός της βυζαντινής περιόδου

Παρόλο που τα διαθέσιμα στοιχεία για την πρώιμη οικιστική αρχιτεκτονική του Βυζαντίου (και της Λέσβου ειδικότερα) παραμένουν αποσπασματικά, μπορεί ωστόσο με ασφάλεια να επισημανθεί ότι, τόσο ο ιδιωτικός, όσο και ο δημόσιος βίος, διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά της Ύστερης Αρχαιότητας. Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της αυτοκρατορίας εξακολουθούσε να ζει και να εργάζεται στην ύπαιθρο, καθώς η οικονομία παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένη με την αγροτική παραγωγή. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό αυτής της φάσης είναι ότι οι πόλεις απέκτησαν έναν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Στις πρώιμες φάσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η διάδοση και νομιμοποίηση της χριστιανικής θρησκείας (μετά το 313 μ. Χ.) έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη χωροταξική διαμόρφωση των προϋπαρχόντων αστικών κέντρων. Με τη σταδιακή επικράτηση της νέας θρησκείας, η συμμετρία και η καθαρότητα του παλαιότερου πολεοδομικού σχεδιασμού υποχώρησε μπροστά στην αναγκαιότητα ανέγερσης νέων θρησκευτικών κτιρίων, όπως για παράδειγμα των εκκλησιών τύπου ρωμαϊκής βασιλικής. Παράλληλα, φαίνεται ότι άλλαξε και η γενικότερη στάση των πολιτών απέναντι στο δημόσιο χώρο. Τα μεγάλα δημόσια κτίρια και οι ειδωλολατρικοί ναοί (όπως για παράδειγμα το αρχαίο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στην περιοχή του Επάνω Κάστρου) έχασαν τη λειτουργία τους: οικοδομήθηκαν μέσα σε αυτά καταστήματα, ιδιωτικές οικίες και εργαστήρια. Την ίδια περίοδο, πολλοί αρχαίοι ναοί και μνημεία μετατράπηκαν σε χριστιανικές εκκλησίες, ενώ τα υλικά τους αξιοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση νέων κτισμάτων. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η βαθμιαία αποδυνάμωση της αστικής αυτοδιοίκησης, ως επακόλουθο των βαρβαρικών επιδρομών, της συρρίκνωσης των πόλεων, της μείωσης του πληθυσμού, της ελάττωσης του πλούτου και της συγκέντρωσης εντός των τειχών των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών (όπως άλλωστε φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση της Μυτιλήνης).

- Τοπογραφία και αμυντική αρχιτεκτονική στο Κάστρο της Μυτιλήνης κατά τη βυζαντινή περίοδο

Κατά τον 6ο αι., Αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός (Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος, 11 Μαΐου 482 - 14 Νοεμβρίου 565), που άσκησε μια επεκτατική πολιτική που επέβαλε την αυτοκρατορία ως κυρίαρχη δύναμη της Μεσογείου. Η έκτασή της έφτανε από τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) έως τους Άγιους Τόπους και από εκεί μέχρι την Ανατολία και την Αρμενία. Όπως ήταν φυσικό, η μεγάλη έκταση της αυτοκρατορίας κατέστησε απαραίτητη και την κατασκευή οχυρωματικών έργων σε όλη την επικράτεια, προκειμένου να οργανωθούν πυρήνες άμυνας των κατοίκων και των φρουρών των πόλεων. Είναι πιθανόν ότι στο πλαίσιο αυτής της αμυντικής πολιτικής (του Ιουστινιανού ή των διαδόχων του) δημιουργήθηκε και το Κάστρο της Μυτιλήνης, ένα από τα μεγαλύτερα οχυρωματικά έργα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί να αποτελεί μετεξέλιξη οχυρωμένης βυζαντινής πόλης, η οποία αναπτύχθηκε στην κορυφή της φυσικά οχυρής θέσης που αποτελούσε η νησίδα απέναντι από τη Λέσβο. Σ’ αυτήν πιθανολογείται η ύπαρξη της Αρχαίας Ακρόπολης, η οποία όμως δεν έχει διαπιστωθεί από τις ανασκαφές, εκτός ενός ιερού της Δήμητρας και Κόρης με συλλατρεία της Κυβέλης, που αποκαλύφθηκε στο Επάνω Κάστρο.

Η ανατολική και βόρεια πλευρά των τειχών του Κάστρου θεμελιώθηκε σε ψηλά και απότομα βράχια, ενώ τα πλέον ευπρόσβλητα τμήματα, που ήταν στη νότια και στη δυτική πλευρά, προστατεύτηκαν από ξηρά τάφρο. Η κύρια πύλη εισόδου της Βυζαντινής περιόδου βρισκόταν στη δυτική πλευρά, ενώ δύο δευτερεύουσες, μια στα βόρεια και μια πυλίδα βορειο-ανατολικά, εξασφάλιζαν την επικοινωνία με την περιοχή του βόρειου λιμανιού. Οι είσοδοι στο Κάστρο προστατεύονταν από πύργους τετράγωνης κάτοψης που εξείχαν των τειχών, ώστε να μπορούν να ελέγχουν την πρόσβαση σε αυτές. Οι πύλες είχαν ισχυρούς στυλοβάτες εκατέρωθεν, οι οποίοι συνδέονταν στην ανώτερη απόληξη με οριζόντια δοκό. Οι θύρες ήταν ισχυρές ξύλινες και καλύπτονταν από μεταλλικές επιφυλλίδες που συγκρατούνταν από χειροποίητα καρφιά. Το Κάστρο εκτός από τον κύριο αμυντικό χαρακτήρα του, είχε και οικιστικό, φιλοξενούσε δε και εμπορικές δραστηριότητες. Οι τελευταίες εκτυλίσσονταν όταν το Κάστρο άνοιγε τις πύλες του από την ανατολή του ήλιου και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας του ανθρώπινου γένους μέσα στο πλαίσιο του πνεύματος «συντήρησης» και εξοικονόμησης πόρων, μια συνήθης πρακτική ήταν η επαναχρησιμοποίηση έτοιμου λαξευμένου οικοδομικού και διακοσμημένου αρχιτεκτονικού υλικού, προερχόμενου από κτίσματα αρχαιότερων εποχών. Σε αυτό το πλαίσιο, σε μεγάλο μέρος των βυζαντινών τειχών του Κάστρου της Μυτιλήνης έχει επαναχρησιμοποιηθεί μαρμάρινο υλικό που προήλθε από τη λιθολόγηση του Ρωμαϊκού Θεάτρου της πόλης, αλλά και άλλων κτισμάτων από τη σημερινή Επάνω Σκάλα. Από τη βυζαντινή περίοδο σώζονται σήμερα μόνο ο ανατολικός τοίχος του Ακρόπυργου, μια βυζαντινή πυλίδα στα βορειο-ανατολικά τείχη και η είσοδος της δεξαμενής (κινστέρνας). Ξεχωρίζουν από τη λοιπή τοιχοποιία εξ’ αιτίας της χρήσης άφθονου αρχαίου οικοδομικού υλικού, που προέρχεται κυρίως από το Αρχαίο Θέατρο της Μυτιλήνης. Οι γραπτές πηγές αναφέρουν ότι το Κάστρο προστάτευαν και δευτερεύοντα οχυρωματικά έργα, όπως οι πύργοι της Βαρβακάνας και της Παναγιάς, των οποίων τη θέση δεν γνωρίζουμε. Στην τελευταία φάση της βυζαντινής περιόδου, η πληθυσμιακή αύξηση και η είσοδος των Γενουατών «αυθεντών» Γατελούζων στο πολιτικό προσκήνιο, οδήγησε τους κατοίκους στη δημιουργία οχυρωμένου προαστίου (Μελανουδίου) εκτός των τειχών του Κάστρου.

- Ο Εύριπος

Στην αρχαιότητα και μέχρι τους πρώτους οθωμανικούς χρόνους, η σημερινή χερσόνησος που βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της σύγχρονης πόλης, το υψηλότερο σημείο της οποίας καταλαμβάνει το Κάστρο της Μυτιλήνης, ήταν ένα νησί. Αυτό αποδεικνύεται και από τη διαφορετική γεωλογική σύσταση της χερσονήσου σε σχέση με τη Λέσβο. Το νησί εμφανίστηκε κατά την εποχή της υποχώρησης της Θάλασσας της Τηθύος, σε γειτονία με τη Λέσβο, δημιουργώντας δύο φυσικά λιμάνια στην περιοχή, το βόρειο και το νότιο. Ένας πορθμός πλάτους 30 περίπου μέτρων, ο «Εύριπος», χώριζε τη νησίδα από τη Λέσβο, διανύοντας μία απόσταση 780 μέτρων, στην πορεία της σημερινής οδού Ερμού. Μέσω του Ευρίπου επικοινωνούσαν τα δύο λιμάνια. Η ευθύγραμμη πορεία του πορθμού σταματούσε στη θέση της σημερινής διασταύρωσης της οδού Ερμού με την οδό Μητροπόλεως και εκεί δημιουργούσε «δέλτα».Από εκεί, με κατεύθυνση προς τα νοτιοανατολικά, ο Εύριπος προχωρούσε μέχρι το μυχό του νότιου λιμένα.

Από τον 4ο αιώνα μ. Χ. φαίνεται να εγκαταλείπεται βαθμιαία το τμήμα της αρχαίας πόλης της Μυτιλήνης δυτικά του Ευρίπου και το κέντρο της δραστηριότητας μετατοπίζεται στη νησίδα. Στο εξής, ο Εύριπος χώριζε τον κυρίως οικισμό από το δυτικό του τμήμα, όπου βρισκόταν το νεκροταφείο και τα εκτός της πόλης ιερά. Οι δύο πλευρές του Ευρίπου επικοινωνούσαν με δύο γέφυρες που η ανασκαφική σκαπάνη αποκάλυψε στο μέσον του πορθμού - όπου βρίσκεται σήμερα το Γενί Τζαμί - και στο νότιο πέρας του, κοντά στη σύγχρονη Μητρόπολη. Όπως αναφέρει ο Λόγγος στο «κατά Δάφνην και Χλόην», το οποίο εκτυλίσσεται στην ύπαιθρο βόρεια της Λέσβου κατά τον 3ο μ. Χ. αι., στον Εύριπο υπήρχαν γέφυρες οι οποίες επικαλύπτονταν από λευκή πέτρα (πιθανόν μάρμαρο). Μετά δεύτερο μισό του 15ου αι., κατά την κυριαρχία των Οθωμανών, ο Εύριπος επιχωματώθηκε, μετατρέποντας την αρχική νησίδα σε χερσόνησο.

- Αμυντικά συστήματα

Μέχρι τα τέλη του 5ου μ. Χ. αιώνα, τόσο η ανάπτυξη της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, όσο και οι καινοτομίες στην αμυντική και πολιορκητική τέχνη ήταν ελάχιστες. Κατά τον 6ο μ. Χ. αιώνα καταγράφεται η βαθμιαία συρρίκνωση των αστικών κέντρων και η συγκέντρωση του πληθυσμού γύρω από κάστρα-φρούρια, στα οποία κατέφευγαν σε περίπτωση που δέχονταν επίθεση. Οι συγκεκριμένες αλλαγές δημιούργησαν τις συνθήκες προκειμένου να αναθεωρηθούν παλαιότερες στρατηγικές πολέμου, οι οποίες αποδέχονταν ως παράγοντες καίριας σημασίας για τη θετική έκβαση μιας πολεμικής σύρραξης το πλήθος, αλλά και τη σωματική ρώμη και τη γενναιότητα των στρατευμάτων, που μάχονταν συχνά εκ του συστάδην. Στο εξής αποκτά σταδιακά ιδιαίτερη σημασία η τεχνογνωσία που αφορά σε πολεμικές μηχανές και εκηβόλα όπλα, που πλήττουν τους εχθρούς από απόσταση, ή μπορούν να επιφέρουν ρήγματα σε οχυρώσεις ουσιαστικά αδιαπέραστες από απλές επιθέσεις πεζικού, χωρίς την υποστήριξη άλλων επιθετικών μέσων. Παρά την αλλαγή αυτή, οι οχυρώσεις δεν παρουσίασαν σημαντικές μετατροπές μέχρι και τα μέσα του 10ου αιώνα μ. Χ. Στη Μυτιλήνη, οι πρώτες αξιοσημείωτες αλλαγές στο Κάστρο λαμβάνουν χώρα μόλις στην αρχή του 15ου αι. σε σχέση με την αναμενόμενη οθωμανική επίθεση και αφορούν σε τροποποίηση των κατόψεων των πύργων από τετράγωνους σε πολυγωνικούς, στην προσθήκη κανονιοστασίων και του πρώτου εξωτερικού προτειχίσματος. Φυσικά είχε ήδη προηγηθεί η χρήση της πυρίτιδας και η ανάδειξη των κανονιών ως σημαντικών επιθετικών και αμυντικών όπλων.

- «Πύργος της Βασίλισσας»

Ο «Ακρόπυργος», επονομαζόμενος μεταγενέστερα (επί Γατελούζων) και «Πύργος της Βασίλισσας» ή Donjon, χρονολογείται στη βυζαντινή περίοδο. Καταλαμβάνει το ανατολικότερο, υψηλότερο και πλέον στρατηγικό σημείο του Κάστρου. Πρόκειται για μια κλειστή, υψηλή οχυρωματική κατασκευή, που προστατεύεται από οχυρωματικό περίβολο και τάφρο. Η πύλη ήταν στη δυτική πλευρά του περιτειχίσματος και έφτανε κάποιος σε αυτή διασχίζοντας κινητή ξύλινη γέφυρα, το «κατέβασμα» της οποίας ελεγχόταν από την πλευρά του Ακρόπυργου. Μεταγενέστερα, μετά την προσθήκη των πέντε τετράγωνων πύργων που ενίσχυσαν την περίμετρο του Ακρόπυργου (πιθανότατα επί Γατελούζων), η μετάβαση από την εξωτερική είσοδο στην εσωτερική ελεγχόταν εσωτερικά από πατάρι στο μέσον του ύψους του κεντρικού πύργου. Στον πύργο έχουν εντοιχιστεί τόσο τετραμερής επιγραφή όσο και ρωμαϊκά ανάγλυφα μονομάχων, που προέρχονται από τη δεύτερη φάση του Ρωμαϊκού Θεάτρου - όταν αυτό είχε μετατραπεί σε αρένα. Το εσωτερικό του Ακρόπυργου στην ανατολική πλευρά, φιλοξενεί το βυζαντινό παλάτι - ένα διώροφο κτίσμα με δύο δωμάτια ανά όροφο - ο δυτικός τοίχος του οποίου είναι εξ’ ολοκλήρου κτισμένος από μάρμαρο προερχόμενο από το Αρχαίο Θέατρο. Η πολυτελής κατασκευή του, η επικοινωνία με τον αύλειο χώρο του Μεγάλου Περίβολου και η γειτνίασή του με το χώρο συνάθροισης των ευγενών (επί Γατελούζων), συνηγορούν στο ότι αποτελούσε διαχρονικά την κατοικία του εκάστοτε ηγεμόνα (από την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο μέχρι και την ύστερη, επί Γατελούζων). Ο χώρος συνάντησης και συναλλαγών των ευγενών Γενουατών, γνωστός ως Λότζια (Loggia), βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του Μεγάλου Περίβολου. Η θέση του τεκμηριώνεται από τις βάσεις των κιόνων της τοξοστοιχίας της νότιας όψης και από τη λατινική επιγραφή που έχει εντοιχιστεί στην κλίμακα ανόδου της Οθωμανικής Πυριτιδαποθήκης που αντικατέστησε τη Loggia, η οποία είχε ήδη καταρρεύσει πριν την κατάκτηση της Λέσβου από τους Οθωμανούς, στο μεγάλο σεισμό του 1384.

- Βυζαντινή πυλίδα και τείχος

Στα ανατολικά τείχη του Κάστρου ανοίγεται μία μικρών διαστάσεων πυλίδα, χρονολογούμενη από το αρχαίο υλικό που χρησιμοποιήθηκε σε δεύτερη χρήση για την κατασκευή της, στους βυζαντινούς χρόνους. Αποτελούσε πυλίδα διαφυγής, προστατευόταν δε από τετράγωνο πύργο. Πολύ χαμηλότερα, στο Κάτω Κάστρο και στη νοητή συνέχεια της θέσης της, οι πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν δομικό υλικών των τειχών της αρχαίας πόλης, που έχει χρησιμοποιηθεί για την ανακατασκευή του τείχους της οθωμανικής περιόδου, με τρόπο που να προσομοιάζει στο αρχαίο. Η μίμηση του τρόπου δόμησης των κατακτηθέντων λαών είναι συνήθης στους Οθωμανούς της πρώτης περιόδου (15ου αι.). Το εύρημα, παρά το ότι χρονολογείται αργότερα, αποτελεί απόδειξη ότι κατά τους βυζαντινούς χρόνους συνεχίζεται η οικιστική οργάνωση της αρχαίας και ρωμαϊκής πόλης, η οποία πιθανόν επεκτείνεται μέχρι και την περιοχή του Κάτω Κάστρου.

- Οι «Κρύπτες»

Ο όρος «Κρύπτες» αφορά σε ένα εντυπωσιακό υπόγειο χώρο σε επαφή με το νότιο τείχος. Το πιο πιθανό είναι ότι δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, ως καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού σε περίπτωση πολιορκίας, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη αντίστοιχων πρόδρομων κατασκευών από πολύ νωρίτερα. Διαθέτει δύο κατά σειρά πύλες στη νότια πλευρά και μία στην ανατολική. Στην παραλληλόγραμμη κάτοψή του εντάσσονται δύο στοές σε κάθετη μεταξύ τους σχέση, με τη μεγαλύτερη να διατρέχει σε όλο του το μήκος τον άξονα ΝΑ-ΒΔ και τη δεύτερη να αποτελεί το νοτιοανατολικό πέρας του κτηρίου. Στη δυτική πλευρά της κύριας στοάς ανοίγουν θολοσκεπείς και συγκοινωνούντες μεταξύ τους χώροι που αποτελούσαν τους κοιτώνες του άμαχου πληθυσμού σε περιπτώσεις συρράξεων, καθώς και την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων, ενώ στην ανατολική υπάρχει δεξαμενή συλλογής νερού και χώροι υγιεινής. Ο κάθε διάδρομος χωρίζεται με τη σειρά του σε μικρότερες αίθουσες, μέσω εγκάρσιων τόξων που «πατούν» σε πεσσούς (τετράγωνες βάσεις). Ενδιαφέρουσα είναι η διάταξη των φωτιστικών ανοιγμάτων στην οροφή των κρυπτών, που έχουν τέτοιο προσανατολισμό, ώστε να «ακολουθούν» την πορεία του ηλίου καθ’ όλη την ημέρα, δίδοντας φως και αερισμό στους υπόγειους χώρους. Ο υπόγειος χώρος επικοινωνούσε με τον πύργο που υψώνεται στο δυτικό του άκρο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι διέθετε παράλληλα και υπόγεια δίοδο, που συνέδεε το Κάστρο με την εκτός των τειχών πόλη.

- Βόρειο λιμάνι

Στη βόρεια περιοχή της πόλης της Μυτιλήνης η νησίδα του Κάστρου δημιούργησε ένα φυσικό λιμένα, που χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως ο κύριος εμπορικός λιμένας (Μαλλόεντας λιμήν). Ο πορθμός του Ευρίπου ένωνε αυτό το λιμένα με το νότιο φυσικό (Τριηρικό), που είχε κυρίως στρατιωτική χρήση. Στη βόρεια είσοδο του Ευρίπου, εκεί που συνδέεται η οδός Ερμού με την παραλιακή της Επάνω Σκάλας, οι ανασκαφές αποκάλυψαν τα όρια του αρχαίου λιμένα. Ο λιμένας, που κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν αφιερωμένος στον Αγ. Γεώργιο, προστατευόταν από δύο λιμενοβραχίονες: το βόρειο κοντά στη σύγχρονη θέση του εργοστασίου «Καλαμάρη» και το νότιο-ανατολικό, στην αρχή του οποίου κατασκευάστηκε η συμπληρωματική βυζαντινή (14ου αι.) οχυρωματική κατασκευή του Πύργου Λοράντα (LaTorreinMareoTorreLoranda). Το βράδυ τα δύο άκρα του λιμένος έκλειναν με τη χρήση αλυσίδας, προκειμένου να αποτραπεί η μη ελεγχόμενη κίνηση των πλοίων, όπως γινόταν αντίστοιχα και στον Κεράτιο κόλπο της Κωνσταντινούπολης. Η θεμελίωση των λιμενοβραχιόνων ήταν επάνω σε τοξωτά ανοίγματα, προκειμένου να μειώνεται η επιφάνεια αντίστασης της κατασκευής στην ισχύ των κυμάτων. Επάνω στους λιμενοβραχίονες έβαινε επίπεδος χώρος για την πρόσβαση στα δεμένα πλοιάρια, ενώ στο εξωτερικό μέτωπο υψώνονταν υψηλοί τοίχοι για την προστασία των διερχομένων από τον αέρα και από τα κύματα. Πυρσοί σε κατάλληλα διαμορφωμένες υποδοχές φώτιζαν όλο το βράδυ τη διαδρομή.

- Τα βυζαντινά πλοία

Τα βυζαντινά πλοία χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα πολεμικά και τα εμπορικά. Κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες περιελάμβανε διάφορες υποκατηγορίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το πλέον σημαντικό πολεμικό πλοίο του βυζαντινού ναυτικού ήταν ο «δρόμων». Οδρόμων έφερε δύο σειρές κουπιών ανά πλευρά, με δυο κωπηλάτες ανά κουπί και πλήρωμα διακόσιους έως τριακόσιους κωπηλάτες. Ο συγκεκριμένος τύπος καραβιού εμφανίστηκε τον 6ο μ. Χ. αιώνα, ωστόσο, γύρω στον 9ο μ. Χ. αιώνα, ο όρος «δρόμων» αναφερόταν σε όλα τα επιμήκη πολεμικά πλοία (π. χ. τριήρεις, διήρεις, γαλέες, κ.λ.π). Στενά συνδεδεμένη με τα πλοία μάχης ήταν και η ομάδα των βοηθητικών σκαφών, όπως το «χελάνδιον» και ο «πάμφυλος», τα οποία μετέφεραν στρατιώτες, άλογα και πολεμικές μηχανές. Τα εμπορικά πλοία ήταν μικρά σε μέγεθος, με στρογγυλό κύτος, ενώ είχαν ένα, δύο ή τρία κατάρτια, καθένα από τα οποία έφερε από ένα τριγωνικό ιστίο. Τα εμπορικά πλοία ήταν κατεξοχήν ιστιοφόρα, παρόλο που ορισμένοι τύποι χρησιμοποιούσαν και κουπιά εκτός από πανιά.

Αναζήτηση







Συνδυαστική έρευνα

Εγγραφή

User

Mail

Pass


Σύνδεση






Χάρτης ιστοτόπου