Γατελούζοι (15ος αι. μ.Χ.)

ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - Η περίοδος πριν τη Δ΄ Σταυροφορία

Το 1071, ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε από τους Σελτζούκους Τούρκους στο Ματζικέρτ, σηματoδοτώντας έτσι την οριστική απώλεια μεγάλου τμήματος της Μικράς Ασίας για το Βυζάντιο. Οι Σελτζούκοι όχι απλώς εξαπλώθηκαν στη Μικρά Ασία αλλά επιπλέον, μέσα σε λίγα χρόνια, εγκαταστάθηκαν εκεί οριστικά. Παρόμοια ήταν η τύχη των περιοχών της Αρμενίας, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Την ίδια περίοδο, τα βόρεια σύνορα υπέφεραν από νομαδικές εισβολές ενώ με την άλωση της Βάρεως (Μπάρι) από τους Νορμανδούς χάθηκε και το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα στην Ιταλία.

 

Τον επόμενο αιώνα, στα σαφώς πιο περιορισμένα όρια του Βυζαντίου, η δυναστεία των Κομνηνών κατέβαλε μία σειρά από ανορθωτικές προσπάθειες με ευεργετικές συνέπειες για την αυτοκρατορία. Οι τρεις πρώτοι Κομνηνοί αυτοκράτορες (ο Αλέξιος Α΄, ο Ιωάννης Β’ και ο Μανουήλ Α΄) αποδείχτηκαν ικανοί στρατιωτικοί, ενώ διέθεταν επίσης αξιόλογες διπλωματικές ικανότητες. Ωστόσο, κατά την περίοδο αυτή, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία χρειάστηκε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τη Δύση, σχέση στην οποία κυριάρχησαν δύο βασικοί παράγοντες: η νορμανδική απειλή και οι Σταυροφορίες. Το Βυζάντιο έζησε την προέλαση μεγάλων στρατιών με τις τρεις πρώτες Σταυροφορίες. Οι δυσχέρειες του ανεφοδιασμού και η ισοτιμία των νομισμάτων όξυνε τα πολιτικά προβλήματα ενώ δεν άργησε να δημιουργηθεί έχθρα μεταξύ διαφορετικών ομάδων του βυζαντινού πληθυσμού, καθώς και μεταξύ της αυτοκρατορικής αρχής και των σταυροφόρων. Το νορμανδικό ζήτημα συνδέθηκε στενά με τις σταυροφορίες, όπως αποδεικνύουν (α) η ίδρυση στην Ανατολή του Πριγκηπάτου της Αντιόχειας από τον Βοημούνδο (με την αυτοκρατορία να έχει πλέον να αντιμετωπίσει τους Νορμανδούς σε δύο μέτωπα) (β) η λεηλασία της Θήβας και της Κορίνθου κατά την Β΄ Σταυροφορία από τον νορμανδό βασιλιά Ρογήρο Β΄ και (γ) η λεηλασία της Θράκης από το γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α’ Μπαρμπαρόσσα.

 

Στο μεταξύ, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε αναπτύξει πολυδιάστατες σχέσεις με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον πάπα και τις ιταλικές ναυτικές πόλεις. Ειδικότερα την περίοδο των Κομνηνών, οι Βυζαντινοί διατηρούσαν πολύ στενές σχέσεις και διασυνδέσεις με τη Δύση. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνουν οι συμμαχίες δια γάμου, οι στενές διπλωματικές επαφές και οι συχνές ανταλλαγές επισκέψεων, ο μεγάλος αριθμός δυτικών στρατιωτών στο βυζαντινό στράτευμα καθώς και οι αλληλεπιδράσεις ακόμα και στη λογοτεχνία. Παρά την ομολογουμένως στενή επαφή, μαρτυρούνται και περιπτώσεις όπου η έχθρα ήταν προφανής και οξεία. Ενδεικτικό παράδειγμα η εκχώρηση εμπορικών προνομίων στη Βενετία (1082) στην Πίζα (1111) και στη Γένουα (1155), τα οποία διάφοροι αυτοκράτορες προσπάθησαν να ανακαλέσουν ή να απορρίψουν αιτήματα για την παραχώρηση τους. Αυτή η στάση προκάλεσε μεγάλης κλίμακας εχθροπραξίες (όπως η σφαγή των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1185). Παρόλα αυτά, οι σχέσεις με τη Δύση παρέμειναν φιλικές για όσο διάστημα οι Νορμανδοί - ο κοινός εχθρός - θεωρούνταν ύψιστη απειλή.

 

Στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, οι Κομνηνοί προώθησαν μια μορφή διοικητικής και κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής με αριστοκρατική βάση, διατηρώντας ωστόσο την ισχύ, την εξουσία και τον πλούτο ενός συγκεντρωτικού κράτους. Οι αριστοκράτες που συνδέονταν με την οικογένεια των Κομνηνών είχαν μερίδιο στη διακυβέρνηση, ενώ το οικονομικό πλεόνασμα μοιραζόταν στο κράτος και στην αριστοκρατία. Το στρατό της αυτοκρατορίας συγκροτούσαν ως επί το πλείστον μισθοφόροι (μεταξύ των οποίων Τούρκοι, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Φράγκοι κ. ά), οι οποίοι τελούσαν υπό την αρχηγία των βυζαντινών αριστοκρατών. Επίσης, παρόλο που η συγκέντρωση της γης στα χέρια λίγων κτητόρων (δηλαδή του κράτους, της εκκλησίας και των μεγαλοϊδιοκτητών) εις βάρος των ασθενέστερων ομάδων ήταν φαινόμενο που απαντούσε και σε πρωιμότερες φάσεις, την περίοδο αυτή εντείνονται οι μεθοδεύσεις των «δυνατών» για την επίτευξη αυτής της συγκέντρωσης. Επί Κομνηνών, προωθήθηκαν, με μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα, παλαιότεροι τρόποι εκχωρήσεως κρατικών - και σε πλήρη κυριότητα από τους αυτοκράτορες - γαιών. Το ίδιο συχνές έγιναν και οι φορολογικές απαλλαγές των μεγαλοϊδιοκτητών αλλά και των μεγάλων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων. Προωθήθηκε επιπλέον ο θεσμός της «πρόνοιας», που αφορούσε στην εκχώρηση προσόδων που ανήκαν στο κράτος, των φόρων κρατικών γαιών, καθώς και των εξαρτημένων καλλιεργητών και των υποχρεώσεων τους, σε διάφορα πρόσωπα, έναντι παροχής ορισμένων υπηρεσιών προς το κράτος. Ο στρατιωτικός χαρακτήρας της «πρόνοιας» διατηρήθηκε μέχρι την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο προνοιάριος ανελάμβανε την υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας, ήταν έφιππος πολεμιστής και ανάλογα με την έκταση του προνοιακού τιμαρίου που κατείχε, συνοδευόταν από μεγάλη ή μικρή στρατιωτική ομάδα. Το προνοιακό σύστημα δεν ήταν ιδιοκτησία του προνοιαρίου. Η εκποίησή του απαγορευόταν και αρχικά δεν μεταβιβαζόταν ούτε με κληρονομιά. Το κράτος διατήρησε την ιδιοκτησία και το απεριόριστο δικαίωμα της διαθέσεως των προνοιακών κτημάτων, τα οποία εκχωρούσε ή αφαιρούσε κατά βούληση. Όσο χρόνο τα εκχωρημένα κτήματα - και οι αγρότες που κατοικούσαν σε αυτά - παρέμεναν στην κατοχή του προνοιάριου, ο προνοιάριος ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης και κύριός τους, και μάλιστα κατά κανόνα μέχρι το τέλος της ζωής του.

 

Για ένα διάστημα, το σύστημα των Κομνηνών λειτουργούσε ομαλά και το Βυζάντιο ήταν μία κοινωνία με μεγάλη ακτινοβολία καθώς επίσης και με αξιόλογη παραγωγή στις τέχνες και τα γράμματα. Ωστόσο, η διακυβέρνηση ήταν καταπιεστική και αποξένωνε τον πληθυσμό των επαρχιών. Άλλωστε, το σύστημα λειτουργούσε μόνον εφόσον η αριστοκρατία παρέμενε ικανοποιημένη. Στα τέλη του 12ου αιώνα, οι άρρηκτοι δεσμοί της άρχουσας τάξης και του κράτους άρχισαν να κλονίζονται. Προεικονίζοντας μελλοντικές εξελίξεις, πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες και αριστοκράτες άρχισαν να διεκδικούν την ανεξαρτητοποίηση περιοχών, όπως για παράδειγμα ο Ισαάκιος Κομνηνός στην Κύπρο και ο Λέων Σγουρός στο Ναύπλιο και στο Άργος. Πριν την έναρξη της Δ’ Σταυροφορίας, τα πρώτα σημάδια διάλυσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν ήδη εμφανή.

ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - Η Δ΄ Σταυροφορία

Το 1198, ο πάπας Ιννοκέντιος Δ΄ κήρυξε την έναρξη της Δ΄ Σταυροφορίας. Ο πάπας δε σχεδίαζε να καταλάβει το Βυζάντιο με τη βία των όπλων, αλλά να το υποτάξει στην έδρα του Αγίου Πέτρου με μία εκκλησιατική ένωση, καθώς και να το αναγκάσει να συμμετάσχει μαζί με τη δυτική χριστιανοσύνη σε μια νέα σταυροφορία. Παρόλο που τα μέλη της σταυροφορίας ήταν κυρίως Γάλλοι, συμμετείχαν σε αυτήν και οι Βενετοί, προμηθεύοντας το στόλο. Εκτός από τον πνευματικό υποκινητή της σταυροφορίας, τον Ιννοκέντιο Γ΄, κεντρικό ρόλο στην επιχείρηση ανέλαβε ο Ενετός δόγης Ερρίκος Δάνδολος. Προφανώς η επιλογή του αυτή δε βασίστηκε σε μια συναισθηματική προσέγγιση της ιδέας των σταυροφοριών,αφού ο δόγης μπορούσε να διαγνώσει ότι η καταστροφή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν η προϋπόθεση για τη μόνιμη εξασφάλιση της κυριαρχίας των Βενετών στην Ανατολή. Η ναυτική δημοκρατία των Βενετών αναγκαζόταν να είναι πάντοτε σε επιφυλακή με κάθε αλλαγή κυβερνήσεως στην Κωνσταντινούπολη. Στη φάση αυτή επιθυμούσε να επιβάλει εκ νέου την αναγνώριση των προνομίων της και να καταφύγει στα όπλα σε περίπτωση αμφισβητήσεων. Εκτός τούτου, με τη Γένουα και την Πίζα εμφανίσθηκαν γι’ αυτήν επικίνδυνοι αντίπαλοι, γιατί το Βυζάντιο, καθώς βρισκόταν σε ανάγκη, παραχωρούσε στις αναδυόμενες ναυτικές δυνάμεις εξίσου σημαντικά προνόμια, προκειμένου να δημιουργήσει τουλάχιστον μία κάποια ισορροπία έναντι της ενετικής κυριαρχίας. Όσο χρόνο εξουσίαζε την Κωνσταντινούπολη ένας βυζαντινός αυτοκράτορας, η Βενετία δεν μπορούσε να είναι σίγουρη για τη μονοπωλιακή της θέση. Η συμμετοχή στη σταυροφορία συνιστούσε λοιπόν κατ’ ουσία εκστρατεία κατακτήσεως του Βυζαντίου.

 

Ο στόλος των σταυροφόρων εμφανίστηκε μπροστά στη βυζαντινή πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 1203. Ύστερα από την κατάληψη του Γαλατά, τα πλοία μπήκαν στον Κεράτιο Κόλπο και στη συνέχεια στο λιμάνι. Ταυτόχρονα, άρχισε από την ξηρά επιχείρηση εναντίον των τειχών της πόλεως. Εντός της πόλης, ο βυζαντινός πληθυσμός εξεγέρθηκε εναντίον του αυτοκράτορα. Το Μάρτιο οι σταυροφόροι και οι Βενετοί συμφώνησαν μπροστά στα τείχη της βυζαντινής πρωτεύουσας μια συνθήκη διαμελισμού της βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ίδρυση μίας λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Τον Απρίλιο του 1204, η βυζαντινή πρωτεύουσα υπέκυψε μπροστά την υπεροχή των εισβολέων και η πόλη υπέστη τεράστια καταστροφή.

 

Η κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας επέφερε πολλές ανατροπές στην Ανατολική Μεσόγειο, με σημαντικότερη την κατάτμηση του γεωπολιτικού χώρου, ο οποίος δεν ξανάγινε ενιαίος παρά μόνο μετά τις οθωμανικές κατακτήσεις. Στο νέο αυτοκράτορα της Πόλης Βαλδουίνο δόθηκε το ένα τέταρτο από το σύνολο της αυτοκρατορικής επικράτειας, το άλλο μισό στους Βενετούς, ενώ το υπόλοιπο μοιράστηκε σε ιππότες ως αυτοκρατορικό φέουδο. Στο (Λατίνο) αυτοκράτορα δόθηκε η Θράκη και το βορειοδυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας, καθώς και πολλά νησιά του Αιγαίου, μεταξύ αυτών η Χίος, η Λέσβος και η Σάμος. Το μεγαλύτερο κέρδος από την επιχείρηση αποκόμισαν οι Βενετοί, που εδραίωσαν την αυξανόμενη δύναμη της Βενετίας, με την ιδιοποίηση των πιο σημαντικών λιμανιών και νησιών. Η ναυτική δημοκρατία κατέλαβε τα λιμάνια της Κορώνης και της Μεθώνης στην Πελοπόννησο και αργότερα το Δυρράχιο και τη Ραγούσα στην Αδριατική. Στην κατοχή της περιέπεσαν επίσης τα νησιά του Ιονίου Πελάγους, η Κρήτη, η Εύβοια, η Άνδρος, η Νάξος, τα σπουδαιότερα λιμάνια του Ελλησπόντου και της θάλασσας του Μαρμαρά (Καλλίπολη, Ραιδεστός, Ηράκλεια), καθώς και η Αδριανούπολη. Παράλληλα, στο έδαφος της (τέως Βυζαντινής) αυτοκρατορίας ιδρύθηκαν πολλά μικρά κρατίδια με σημαντικότερα το Δεσποτάτο της Ηπείρου και την Αυτοκρατορία της Νίκαιας.

 

Το 1261, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, συναυτοκράτορας με το νεαρό Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρη της Νίκαιας, ανακαταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη. Λίγο αργότερα ο Ιωάννης εκθρονίζεται και η τελευταία βυζαντινή δυναστεία, οι Παλαιολόγοι, αναλαμβάνουν τα ηνία της βυζαντινής επικράτειας έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς. Η περίοδος των Παλαιολόγων (1261-1453) είχε ως κύριο χαρακτηριστικό της την περαιτέρω αποδυνάμωση και μείωση της εδαφικής εκτάσεως της αυτοκρατορίας, κυρίως λόγω των κατακτήσεων των Οθωμανών Τούρκων στη Μικρά Ασία, καθώς και από το 1354 και εξής, στη χερσόνησο του Αίμου. Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι η περίοδος της εδαφικής συρρικνώσεως του Βυζαντίου συνοδεύτηκε από μία νέα ακμή στα γράμματα και στις τέχνες, με κύρια κέντρα την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη νεοϊδρυθείσα πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, το Μυστρά.

ΓΕΝΟΥΑΤΕΣ

Το 1261, υπογράφηκε στο Νυμφαίον μία σπουδαία συνθήκη μεταξύ του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου και των Γενουατών, που ήταν αντίπαλοι των Βενετών. Η συνθήκη θεμελίωσε τη δύναμη της Γένουας στην Ανατολή, όπως προηγούμενως, περί τα τέλη του 11ου αιώνα, μια παρόμοια συνθήκη είχε εδραιώσει τη δύναμη της Βενετίας στην περιοχή. Οι Γενουάτες υποχρεώθηκαν να προσφέρουν στην αυτοκρατορία πολεμική βοήθεια εναντίον της Βενετίας και σε αντάλλαγμα δέχθηκαν υπερβολικά προνόμια: φορολογικές και τελωνειακές παραχωρήσεις σε όλα τα τμήματα της αυτοκρατορίας και δικές τους εμπορικές περιοχές σε όλα τα σπουδαία λιμάνια της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης (αφού βέβαια το Βυζάντιο πετύχαινε την ανάκτηση της). Με τον τρόπο αυτό η Γένουα θα εξασφάλιζε το εμπορικό μονοπώλιο στην Ανατολή, το οποίο ήταν προνόμιο των Βενετών ήδη από τον 11ο αιώνα. Στην πραγματικότητα, με τον τρόπο αυτό, το Βυζάντιο έγινε δέσμιο των δύο ναυτικών δυνάμεων της Δύσης, οι οποίες σφετερίστηκαν τη ναυτική δύναμη και την εμπορική υπεροχή που κατείχε άλλοτε η αυτοκρατορία.

 

Τον Αύγουστο του 1261 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ εισήλθε θριαμβευτικά στην Πόλη. Στα χρόνια της λατινικής κυριαρχίας η Κωνσταντινούπολη είχε χάσει το μεγαλείο και τον πλούτο της, οι εκκλησίες είχαν ερημωθεί, ενώ τα μεγάλα έργα τέχνης που υπήρχαν εκεί διοχετεύθηκαν στη Δύση. Ο βυζαντινός λαός πανηγύρισε με μεγάλο ενθουσιασμό το γεγονός και η είσοδος του αυτοκράτορα στην πόλη πήρε τη μορφή θρησκευτικού εορτασμού.

 

Το 1263, ο στόλος της Γένουας νικήθηκε από τους Βενετούς κοντά στον κόλπο του Ναυπλίου. Στη φάση αυτή ο αυτοκράτορας άλλαξε τη στάση του απέναντι στις ναυτικές δυνάμεις της Ιταλίας. Ακύρωσε τη συμμαχία με τους Γενουάτες, έστειλε τα πλοία της Γένουας πίσω στην Ιταλία και ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την Ενετική δημοκρατία. Το 1265 συμφωνήθηκε μία συνθήκη, η οποία παραχωρούσε πάλι στους Βενετούς μεγάλα προνόμια στην αυτοκρατορία. Ωστόσο, η ρήξη με τους Γενουάτες δε διήρκεσε πολύ. Όταν οι Βενετοί έδειξαν δισταγμό στην επικύρωση της συνθήκης με τον αυτοκράτορα, ο Μιχαήλ Η΄ στράφηκε και πάλι στη Γένουα. Η νέα προσφορά προς τους Γενουάτες προέβλεπε ελεύθερο εμπόριο στην αυτοκρατορία και μια συνοικία στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Γαλατά, στον Κεράτειο Κόλπο (1267). Οι Γενουάτες παρέμειναν στον Γαλατά ως την τουρκική κατάκτηση και τον μετέβαλαν γρήγορα σε ανθηρό εμπορικό κέντρο.

 

Η Βενετία κυριαρχούσε στο νότιο τμήμα του Αιγαίου πελάγους ενώ η Γένουα εδραιώθηκε μόνιμα, τόσο στο βόρειο αρχιπέλαγος και στη θάλασσα του Μαρμαρά, όσο και στον Πόντο. Από το Γαλατά, έλεγχε τη θαλάσσια οδό από τη Μεσόγειο ως τη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και τις περιοχές που βρίσκονταν στη γειτονική ενδοχώρα. Το 1294 και με βασική αιτία την εκχώρηση προνομίων από τον αυτοκράτορα στη Γένουα, οι Βενετοί λεηλάτησαν τα προάστια της Πόλης έξω από τα τείχη και οι Βυζαντινοί με τη σειρά τους απάντησαν με αντίποινα εναντίον των Βενετών που κατοικούσαν στην πρωτεύουσα. Σύντομα η διαμάχη αυτή εξελίχθηκε σε πόλεμο, από τον οποίο οι Γενουάτες αποσύρθηκαν, συνάπτοντας παράλληλα συνθήκη «αιώνιας ειρήνης» με τους Βενετούς το 1299. Μένοντας χωρίς στόλο, το Βυζάντιο αναγκάστηκε να υποκύψει στους Βενετούς και να καταβάλει τις απαραίτητες πληρωμές. Ο πόλεμος τελείωσε το 1302. Οι Βενετοί απέκτησαν πάλι τα παλιά τους προνόμια και έλαβαν νέες αποικίες στο Αιγαίο. Οι Γενουάτες από την άλλη, έκτισαν ισχυρό τείχος γύρω από το Γαλατά, ενώ ο στρατηγός τους BenedettoZaccaria της Φώκαιας, κατέλαβε το βυζαντινό νησί της Χίου.

- Θρησκεία

Τη δεκαετία του 1320 το Βυζάντιο βρέθηκε στο κατώφλι της χειρότερης κρίσης που δοκίμασε στην ιστορία του. Οι εμφύλιοι πόλεμοι εντός αυτοκρατορίας της αφαίρεσαν και την τελευταία της ικμάδα. Οι ξένες δυνάμεις επενέβησαν σε πιο έντονο βαθμό από ποτέ άλλοτε στις εσωτερικές διαμάχες του Βυζαντίου και επί πλέον οι κοινωνικές και θρησκευτικές αντιθέσεις τροφοδότησαν την έριδα των πολιτικών παρατάξεων. Με την κίνηση των Ζηλωτών εμφανίσθηκαν στο προσκήνιο ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις, οι οποίες διεκδίκησαν την ανατροπή της «παραδοσιακής» τάξης πραγμάτων και της απόλυτης κυριαρχίας των αριστοκρατών «αρχόντων», ενώ με τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες συνδέθηκε και η έριδα περί των Ησυχαστών. Ησυχαστές θεωρήθηκαν στο Βυζάντιο, από παλαιότερους χρόνους, οι μοναχοί που ζούσαν μία αυστηρή ασκητική ζωή σε «ιερή ησυχία». Το 14ο μ. Χ. αιώνα ο Ησυχασμός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία ως ένα μυστικιστικό-ασκητικό κίνημα. Η διδασκαλία του είχε απορριφθεί δριμύτατα από τη Ρώμη, ενώ αντίθετα έγινε θερμά δεκτή από τη Βυζαντινή εκκλησία. Και στο ίδιο το Βυζάντιο ωστόσο, ο Ησυχασμός επικράτησε ύστερα από μακροχρόνιο αγώνα, γιατί και στην ίδια τη Βυζαντινή εκκλησία υπήρξε αρχικά σοβαρή αντίδραση απέναντι στην καινοφανή αυτή διδασκαλία. Ωστόσο η θρησκευτική έριδα συνδέθηκε στενά με την πολιτική διαμάχη, η οποία διαίρεσε την αυτοκρατορία σε στρατόπεδα.

- Κοινωνία και Διοίκηση

Μετά τις Σταυροφορίες, το βαθύτερο πρόβλημα στη διάρκεια των εμφυλίων ήταν στην πραγματικότητα οι εσωτερικές κοινωνικές διαμάχες. Η αυξανόμενη οικονομική κρίση όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες τάξεις. Όσο περισσότερο εξασθενούσε και φτώχαινε η αυτοκρατορία, τόσο αυξανόταν και η αθλιότητα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων στις πόλεις και στα επαρχιακά κέντρα. Ο πλούτος συγκεντρωνόταν στα χέρια της τάξεως των αριστοκρατών και εναντίον αυτής στράφηκε η οργή των εξαθλιωμένων μαζών.

 

Όσο ο βυζαντινός δεσποτισμός βρισκόταν σε ακμή, είχε καταφέρει να οικοδομήσει πάνω στα ερείπια της παλαιάς αστικής διοίκησης ένα πανίσχυρο γραφειοκρατικό σύστημα, που ανάγκασε την αστική ζωή να υποταχθεί στον ολοκληρωτικό συγκεντρωτισμό του. Με την εξασθένηση της κεντρικής εξουσίας, ενισχύθηκαν και πάλι οι τοπικές δυνάμεις, με τη ζωή στην πόλη να παρουσιάζεται ανανεωμένη. Η ανανέωση όμως αυτή δεν οφειλόταν στην εμφάνιση νέων κοινωνικών δυνάμεων, αλλά στην υπονόμευση της κεντρικής εξουσίας από φεουδαρχικά στοιχεία. Η αστική ζωή στο Βυζάντιο δε δημιούργησε ως εκ τούτου μια ανθηρή τάξη βιοτεχνών και εμπόρων, όπως στην περίπτωση της Δύσης, αλλά αντίθετα μια κοινωνία υπό τον αδυσώπητο έλεγχο της τοπικής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων. Η βασική αυτή διαφορά εξηγεί γιατί η αυτοκρατορική οικονομία της υστεροβυζαντινής περιόδου υπερφαλαγγίστηκε και τελικά αντικαταστάθηκε ολοκληρωτικά, από τις ιταλικές εμπορικές πόλεις.

 

Στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα, ο χώρος της βυζαντινής επιρροής είχε περιορισθεί στη Θράκη, στα νησιά του βόρειου Αιγαίου Πελάγους, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και σε ένα τμήμα της απόμερης Πελοποννήσου. Πέραν του εδαφικού ακρωτηριασμού, χειρότερες συνέπειες επέφερε η οικονομική και δημοσιονομική κατάρρευση του βυζαντινού κράτους. Ο πληθυσμός δεν μπορούσε πλέον να καταβάλλει φόρους, εφόσον στη Θράκη, που αποτελούσε την πιο βασική επαρχία της αυτοκρατορίας, οι εμφύλιες διαμάχες είχαν καταστρέψει τη γεωργική παραγωγή. Για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες, η κυβέρνηση έπρεπε να ανατρέχει σε ειδικές πηγές, τις οποίες αποτελούσαν είτε οι εκούσιες προσφορές των ανώτερων τάξεων είτε δάνεια και δωρεές από το εξωτερικό. Ο εμφύλιος πόλεμος, η αυξανόμενη δύναμη των Οθωμανών και των Σέρβων στην ξηρά, αλλά και ο εγκλωβισμός του Βυζαντίου ανάμεσα στις ναυτικές δυνάμεις της Βενετίας και της Γένουας, είχαν σοβαρές συνέπειες και επέφεραν νέες απώλειες στην αυτοκρατορία, τόσο στο εμπόριο όσο και στις θαλάσσιες επιχειρήσεις. Παρόλο που το 1339 ο αυτοκρατορικός στόλος εκστράτευσε εναντίον της Χίου και του γενουατικού οίκου των Zaccaria, επιτυγχάνοντας την ανακατάληψη του νησιού, το 1346 οι Γενοβέζοι επανακυρίευσαν τη Χίο, καθιστώντας την κύρια βάση της εμπορικής δραστηριότητας των Giustiniani μέχρι τα μέσα του 16ουαιώνα. Καταστροφικές συνέπειες για την αυτοκρατορία επέφερε και η επιδημία πανούκλας του 1348, η οποία αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Πόλης και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη.

 

Τα κατακερματισμένα υπολείμματα της βυζαντινής επικράτειας δε μπορούσαν πλέον να κυβερνηθούν από ένα κέντρο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η αυτοκρατορική μονοκρατορία μετατράπηκε σε ένα πολυκέφαλο οικογενειακό καθεστώς του ηγεμονικού οίκου. Στα χρόνια της ηγεμονίας του Ιωάννη Καντακουζηνού, η αρχή της διαιρέσεως της εξουσίας στα μέλη του ηγεμονικού οίκου έγινε γενικός κανόνας. Σε μεγάλο βαθμό, το μέτρο αυτό επεβλήθη με τη λογική ότι η εγκαθίδρυση μιάς ισχυρής οικογενειακής εξουσίας θα εμπόδιζε τα διάφορα τμήματα της αυτοκρατορίας να ανεξαρτητοποιηθούν. Το σύστημα αυτό διευρύνθηκε περισσότερο από τους Παλαιολόγους που διαδέχθηκαν τον Καντακουζηνό.

 

Στην εξωτερική της πολιτική, η βυζαντινή αυτοκρατορία επί Καντακουζηνού έμεινε -σε πολλές περιπτώσεις - πιστή στη συνεργασία με τους Τούρκους, προκειμένου να ανακόψει την αυξανόμενη δύναμη της Γένουας και της Βενετίας. Η τουρκική όμως βοήθεια σύντομα μετατράπηκε σε απειλή. Η εποχή των σποραδικών τουρκικών επιδρομών έφθανε πλέον στο τέλος της, ενώ άρχιζε η περίοδος της μόνιμης εγκατάστασης των Οθωμανών στην περιοχή. Στην Πόλη, ο λαός άρχισε να κυριεύεται από πανικό, η θέση του Καντακουζηνού κλονίστηκε και το έδαφος έγινε πλέον πρόσφορο για την πτώση του. Εν τω μεταξύ, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, σε συνεννόηση με τους Γενουάτες, εξασφάλισε την υποστήριξή τους στην επιχείρησή του εναντίον του Καντακουζηνού. Ο γενοβέζος κουρσάρος και έμπορος FranscescoGattelusi ήταν αυτός που συνόδευσε τον Παλαιολόγο στον αυτοκρατορικό θρόνο. Σε αντάλλαγμα, ο Ιωάννης Ε΄ υποσχέθηκε στον Gattelusi το χέρι της αδερφής του Μαρίας και ως προίκα τη νήσο Λέσβο, το πιο μεγάλο και σημαντικό από τα νησιά που είχαν απομείνει στην αυτοκρατορία. Το Νοέμβριο του 1354 ο Παλαιολόγος εισέβαλε στην Πόλη ενώ ο Καντακουζηνός αναγκάστηκε να παραιτηθεί.

 

Η αδυναμία της βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν τώρα ακόμη πιο έντονη. Ο διαμελισμός της είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο και η οικονομική και δημοσιονομική κρίση ήταν ακόμα πιο απελπιστική. Το βυζαντινό ταμείο ήταν τελείως άδειο και το διοικητικό σύστημα σε πλήρη διάλυση. Παρόλο που η διαδικασία της αποσύνθεσης κράτησε ακόμη αρκετό χρόνο, η βυζαντινή ιστορία από αυτή τη φάση και μετά είναι η ιστορία μίας αναπόφευκτης παρακμής και πτώσης.

- Εμπόριο

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, το εμπόριο αναπτύχθηκε με ραγδαίους ρυθμούς, ενώ ηγετικό ρόλο σε αυτό ανέλαβαν οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες, κυρίως η Βενετία και η Γένουα. Το γεγονός αυτό είχε σοβαρό αντίκτυπο στα εισοδήματα του βυζαντινού κράτους, καθώς οι φοροαπαλλαγές που παραχωρήθηκαν στους Ιταλούς είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των διαφυγόντων κερδών του δημοσίου ταμείου.

 

Με την άφιξη των ξένων, η Κωνσταντινούπολη έπαψε να αποτελεί χωριστή οικονομική περιοχή. Σε παλαιότερες περιόδους, ξένοι έμποροι (Δυτικοευρωπαίοι, Ρώσοι, Βούλγαροι) επισκέπτονταν συνεχώς την Πόλη, αντιμετωπίζοντας ωστόσο περιορισμούς και ελάχιστα προνομιακή μεταχείριση. Τον 11ο αιώνα τα πράγματα άλλαξαν δραστικά. Το 1082, υπό την πίεση των Νορμανδών, ο Αλέξιος Α΄ παραχώρησε στους Βενετούς το δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης στην πρωτεύουσα αλλά και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας, καθώς και το δικαίωμα εμπορικής δραστηριότητας χωρίς να πληρώνουν το κομμέρκιο (το φόρο επί της αξίας των διακινούμενων εμπορευμάτων). Παρόμοια προνόμια δόθηκαν στη συνέχεια στην Πίζα (1111) και στη Γένουα (1155). Φαίνεται ότι αρχικά, η παρουσία των Λατίνων εμπόρων στην Πόλη είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την οικονομία των ανταλλαγών και το εμπόριο. Οι βυζαντινές πηγές τονίζουν την παρουσία στην Πόλη πολυάριθμων εμπόρων από τη Δύση και την Ανατολή, μαζί με τους οποίους πλούτιζε τόσο ο ντόπιος πληθυσμός, όσο και το δημόσιο ταμείο.

 

Την εποχή των Παλαιολόγων, οι Γενουάτες, ύστερα από διαπραγματεύσεις και χάρη στη συνθήκη του Νυμφαίου (1261), εγκαταστάθηκαν στο Γαλατά, στην άλλη πλευρά του Κερατίου Κόλπου, όπου και ίδρυσαν αποικία. Με τον καιρό, οι Γενουάτες απέκτησαν έλεγχο σε όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας. Οι Βενετοί από την άλλη, παρά την αρχική τους αντίθεση προς το Βυζάντιο, υπέγραψαν το 1265 συνθήκη ειρήνης με τον αυτοκράτορα, εξασφαλίζοντας συνοικία και λιμενικές εγκαταστάσεις εντός της Πόλης, καθώς επίσης την πλήρη φοροαπαλλαγή τους και την αυτόνομη διοίκησή τους. Σε γενικές γραμμές, οι Γενουάτες παρέμειναν σύμμαχοι των Βυζαντινών, εφόσον βέβαια δεν απειλούνταν τα προνόμιά τους, ενώ επίσης υπήρξαν ανοικτοί σε συνεργασία με τους Οθωμανούς. Οι Βενετοί αντίθετα, συνέδεαν την ανανέωση της συνθήκης τους με το Βυζάντιο με τις διαπραγματεύσεις που λάμβαναν χώρα ανάμεσα στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη για την Ένωση των Εκκλησιών, δημιουργώντας έτσι όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά προβλήματα στην αυτοκρατορία.

 

Το κύριο έσοδο του δημοσίου από τη δασμολόγηση της κίνησης και των ανταλλαγών των αγαθών ήταν ήδη από τη μεσοβυζαντινή περίοδο, το «κομμέρκιο» ή «δέκατον», που αντιστοιχούσε στο 10% της αξίας των εμπορευμάτων. Το ποσοστό έμεινε σταθερό μέχρι το 14ο αιώνα. Ωστόσο, οι δύο ναυτικές δημοκρατίες, της Βενετίας και της Γένουας, χρέωναν μόλις 1-2% για δασμούς και για τη χρήση των λιμενικών τους εγκαταστάσεων. Με τον τρόπο αυτό, μπορούσαν να προσελκύσουν σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου, εξαναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να επαναπροσδιορίζει την πολιτική του και τελικά να υιοθετήσει παρόμοιες τιμές. Η αλλαγή αυτή στην αυτοκρατορική πολιτική σηματοδότησε την περαιτέρω εξάρτηση της βυζαντινής οικονομίας των ανταλλαγών από τις μεγάλες επιχειρήσεις των Ιταλών, καθώς και την αδυναμία του κράτους να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό της Πόλης στα απολύτως αναγκαία.

 

Τα πράγματα είχαν φτάσει στα άκρα όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός αποφάσισε να πάρει μέτρα με σκοπό να ενισχύσει τη βυζαντινή οικονομία. Επέβαλε ειδικό φόρο σε δύο σημαντικά προϊόντα μεγάλης κατανάλωσης, τα εισαγόμενα σιτηρά και το κρασί, των οποίων το εμπόριο ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από τους Γενουάτες. Επίσης, μείωσε το βυζαντινό κομμέρκιο από 10% σε 2%, περί το 1349. Ήταν όμως πλέον αργά για να ανατραπεί η κατάσταση. Ακολούθησαν δύο πόλεμοι με τους Γενουάτες, από τους οποίους το Βυζάντιο βγήκε ηττημένο, η βυζαντινή οικονομία παρέμεινε εξαρτημένη από την ιταλική, ενώ και τα δημόσια έσοδα συνέχισαν την καθοδική τους πορεία.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΙ: Γενουατική (1450-1462 μ.Χ.) - Ναός του Αγίου Ιωάννη

Η ανατολική περιοχή του Επάνω Κάστρου (Ακρόπυργος) είχε ως κύρια λειτουργία εκείνη της στέγασης της Διοίκησης και του σημείου απώτατης άμυνας του πληθυσμού σε περίπτωση κατάκτησης του υπόλοιπου κάστρου. Αντιθέτως η κεντρική περιοχή του Επάνω Κάστρου ήταν αφιερωμένη στη λατρευτική λειτουργία. Χαρακτηριστικό στοιχείο της διαχρονικής χρήσης του χώρου είναι η ύπαρξη αρχαίου Ιερού αφιερωμένου στη Δήμητρα και στην Κόρη (Περσεφόνη), που έχουν αποκαλύψει οι ανασκαφικές έρευνες. Σε γειτονία βρίσκεται το μεταγενέστερο μουσουλμανικό τέμενος που οικοδομήθηκε μετά την κατάληψη του Κάστρου από τους Οθωμανούς το 1462 (γνωστό ως Κουλέ ή Καλέ Τζαμί - δηλαδή τζαμί του Κάστρου), κάτω από τα θεμέλια του οποίου ήρθαν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της τρίπλευρης κόγχης του ιερού στα ανατολικά και του νάρθηκα στα δυτικά, ενός δισυπόστατου (αφιερωμένου τόσο στην καθολική όσο και στην ορθόδοξη λατρεία) βυζαντινού ναού, γνωστού από τις πηγές ως ναού του Αγίου Ιωάννη. Η ονομασία προέκυψε από την αφιέρωση του ναού από τον ηγεμόνα της Λέσβου Γενουάτη Φραγκίσκο Γατελούζο στον κουνιάδο του, Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο. Από τα αντίστοιχα βυζαντινά μνημεία σήμερα διασώζονται στη Λέσβο η Κοίμηση της Θεοτόκου στους Πύργους Θερμής (γνωστή ως Παναγία Τρουλωτή), ο Άγιος Στέφανος στον Παλιό, οι Ταξιάρχες στο Κάτω Τρίτος, η Μονή Περιβολής, μεταξύ Βατούσας και Άντισσας, ο Αγ. Νικόλαος στον Κάλαμο Μυστεγνών, οι Αγιοι Θεόδωροι στη θέση Σαλβαράδες - στο «Οβριόκαστρο» Άντισσας, καθώς και ο σταυρικός ναός του Αγίου Αλεξάνδρου στο Μέγα Λάκκο Ερεσού. Ο Φραγκίσκος Α΄ Γατελούζος (FrancescoGatelusi ή Gatilusi - 1355-1384), καταγόταν από τη Γένοβα και παρουσιάζεται στις υπάρχουσες πηγές ως «ευγενής» (nobilisvir), «έμπορος», «ναυτικός», αλλά και «πειρατής». Υποστήριξε τις προσπάθειες του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1391) να ανακτήσει το βυζαντινό θρόνο, μετά την ανατροπή του από τον Ιωάννη Καντακουζηνό (1347-1354). Σε ανταμοιβή για τη βοήθειά του, ο Παλαιολόγος έδωσε το χέρι της αδελφής του Μαρίας στο Φραγκίσκο. Ως προίκα, παραχωρήθηκε το νησί της Λέσβου, μαζί με τη Λήμνο και τον Άγιο Ευστράτιο. Ο Φραγκίσκος επέκτεινε την κυριαρχία του («αυθεντία») και στη Σαμοθράκη και στη χερσόνησο του Αίμου. Το 1384, ένας καταστροφικός σεισμός κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του Κάστρου της Μυτιλήνης και είχε ως συνέπεια το θάνατο του Φραγκίσκου, της γυναίκας του, αλλά και των δύο από τα τρία παιδιά του. Από την οικογένεια επιβίωσε μόνο ο μικρότερος γιος Τζιάκομο. Εικάζεται ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Ιωάννη, χρησιμοποιήθηκε στη φάση αυτή ως νεκρικό παρεκκλήσι, στο οποίο βρίσκονται οι τάφοι του Φραγκίσκου και της συζύγου του Μαρίας Παλαιολογίνας. Την υπόθεση αυτή ενισχύουν οι ταφές που αποκαλύφθηκαν ανατολικά και δυτικά του ναού. Αντιθέτως η πλησίον ευρισκόμενη ρωμαϊκή σαρκοφάγος, που εικάζεται ότι χρησιμοποιήθηκε για τον ενταφιασμό τους, δείχνει ότι καταστράφηκε κατά τη στιγμή που χάρασσαν επάνω της το φολιδωτό οικόσημο των Γατελούζων. Στη μισή δεξιά της πλευρά φέρει τα τέσσερα (4) βυζαντινά πυρεκβόλα που έμοιαζαν με το Β και υποδείκνυαν το ρητό (Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεύων Βασιλευόντων). Οι Παλαιολόγοι ήταν οι πρώτοι από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες που χρησιμοποίησαν οικόσημα και θυρεούς, ακολουθώντας τη δυτική ιπποτική συνήθεια του τέλους του 12ου αι.

- Οικίες

Ο βυζαντινός πληθυσμός της Μυτιλήνης κατοικούσε στην περίμετρο του Κάστρου, αλλά και μέσα στο Κάστρο, σε λιθόδμητα σπίτια που είχαν ξύλινη ανωδομή, σύμφωνα με τα οικιστικά πρότυπα που είναι γνωστά και από την Κωνσταντινούπολη. Με την έλευση των Γατελούζων ο λαός εξήλθε στο οχυρωμένο προάστιο Μελανούδι και το Κάστρο αποτέλεσε την έδρα των ηγεμόνων, των ξένων αξιωματούχων και της λατινικής φρουράς, καθώς επίσης και του καθολικού αρχιεπισκόπου. Στις πηγές, το Μελανούδι αναφέρεται ως «οχυρό», ενίοτε ως «προάστιο» (suburbii) και κάποιες φορές ως «μέρος της πόλης». Χρήσιμη πηγή για το Μελανούδι και γενικότερα για τη διάρθρωση της μεσαιωνικής Μυτιλήνης είναι ο χάρτης της Λέσβου που περιέχεται στο Isolarioτου BartolomeoZamberti. Σύμφωνα με τον Zamberti, το Μελανούδι εκτεινόταν στη δυτική πλαγιά του Κάστρου, φτάνοντας ως τη γραμμή περίπου που ακολουθούσε ο Εύριπος. Στο μέρος αυτό αντιστοιχεί στο σχέδιο του Zambertiη σημείωση ELMELANUD. Η έκταση του οικισμού πρέπει να ήταν σημαντική. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι την εποχή την πολιορκίας του 1462 βρίσκονταν στη Μυτιλήνη περίπου πέντε χιλιάδες στρατιώτες και είκοσι χιλιάδες πολίτες. Αν και ο αριθμός είναι μάλλον υπερβολικός, πολλές ιστορικές πηγές χαρακτηρίζουν το Μελανούδι ως «μεγάλο προάστιο». Οι μέχρι τώρα ενδείξεις υποδεικνύουν ότι βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά του Κάστρου, έξω από το αντίστοιχο προτείχισμα, σε έκταση που οριζόταν ανατολικά από τη σημερινή οδό Μ. Ασίας και δυτικά από τη γραμμή του Ευρίπου. Το τείχος που το περιέκλειε έχει εντοπιστεί από τις ανασκαφές στο δυτικό άκρο της οδού Μ. Ασίας και κάτω από τον περίβολο του Αρχοντικού του Χαλίμ Μπέη, όπου στεγάζεται σήμερα η Δημοτική Πινακοθήκη της Μυτιλήνης. Μια από τις υπόγειες στοές που αποτελούσαν διόδους διαφυγής των κατοίκων προς - και ενίοτε από - το Κάστρο, έχει εντοπιστεί ακριβώς στην είσοδο της Σχολής Ινταντιέ (Οθωμανικού Αρρεναγωγείου) - τα σύγχρονα Δικαστήρια. Αυτή έχει λοξή σχέση ως προς το οδόστρωμα, με κατεύθυνση ΝΑ-ΒΔ, όπως και το Καταφύγιο, με το οποίο θεωρούμε ότι επικοινωνούσε, καθώς και πλάτος ικανό για τη διέλευση ενός λεπτού και χαμηλού ανθρώπου.

- Βόρειο λιμάνι

Οι δύο φυσικοί όρμοι βορείως και νοτίως του Κάστρου της Μυτιλήνης φιλοξενούσαν τα δύο λιμάνια της πόλης της Μυτιλήνης. Το βόρειο λιμάνι ήταν εμπορικό και το νότιο πολεμικό. Η ύπαρξη δύο λιμανιών δεν εξασφάλιζε μόνο τη διάκριση των πολεμικών και εμπορικών δραστηριοτήτων αλλά και τη δυνατότητα απόπλου των πλοίων, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών και ανέμων. Οι πηγές αναφέρουν ότι στο βόρειο λιμάνι υπήρχαν ναυπηγεία συντήρησης και επισκευής των πλοίων, αποθήκες, καθώς και άλλα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, όπως στοές και ναοί. Στο νότιο λιμάνι της πόλης υπήρχαν νεώσοικοι ή νεώρια, δηλ. μακρόστενα κτίρια με επικλινές έδαφος και άνοιγμα προς τη θάλασσα για να ανασύρονται στη στεριά τα πολεμικά πλοία. Το βόρειο λιμάνι γνώρισε μεγάλη άνθηση στη γενουατική περίοδο.

- Οι Γενουάτες στην Ανατολή

Οι Γενουάτες διέθεταν μεγάλο στόλο, ο οποίος εξυπηρέτησε περιοδικά και τη μεταφορά των σταυροφορικών στρατευμάτων μέσω θαλάσσης. Η αξιοποίηση του στόλου τους οδήγησε στην απόκτηση σημαντικών οικονομικών προσόδων, στη σύναψη ευνοϊκών εμπορικών συμφωνιών, στην εκμετάλλευση μονοπωλίων και στην ίδρυση πολλών εμπορικών σταθμών στην ανατολική Μεσόγειο. Το 13ο αιώνα συνήψαν συμφωνία με τους Παλαιολόγους του Βυζαντίου, η οποία προέβλεπε τη ναυτική ενίσχυση της αυτοκρατορίας, αλλά και την κατάληψη/προστασία πολλών περιοχών και νησιών, όπως για παράδειγμα της Λέσβου. Μέχρι το τέλος του πρώτου μισού του 14ου αιώνα, ο ανταγωνισμός για τη διαίρεση των ζωνών επιρροής στο Αιγαίο μεταξύ Βενετίας και Γένοβας είχε κορυφωθεί. Οι Βενετοί επικρατούσαν στις θαλάσσιες οδούς μέχρι τα στενά των Δαρδανελίων, στα Ιόνια νησιά και στις Δαλματικές ακτές. Από την άλλη, οι Γενουάτες είχαν υπό τον έλεγχό τους σημεία στις ακτές της Μικράς Ασίας και ορισμένα νησιά του Αιγαίου, δηλαδή μια εναλλακτική δίοδο για πρόσβαση στην Κωνσταντινούπολη και στα εμπορικά κέντρα της περιοχής της Ανατολίας. Έτσι άρχισε και παγιώθηκε η παρουσία των Γενουατών στο Ανατολικό Αιγαίο, που διευκολύνθηκε περαιτέρω από την πολιτική και στρατιωτική παρακμή των Βυζαντινών, οι οποίοι επέδειξαν ανοχή στην παρουσία των Λατίνων σε περιοχές που μέχρι πρότινος αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες βυζαντινές επαρχίες.

- Προσθήκες των Γατελούζων στο Κάστρο

Οι Γατελούζοι έκαναν σημαντικές προσθήκες στο βυζαντινό πυρήνα του Κάστρου. Η λατινική επιγραφή που είναι εντοιχισμένη πάνω από τη μεσαία - δυτική πύλη μαρτυρεί ότι τα πρώτα έργα ανακαίνισης του Κάστρου πραγματοποιούνται το 1373. Η νέα οχύρωση ακολουθεί την προϋπάρχουσα βυζαντινή. Ο χώρος χωρίζεται σε δύο τμήματα, το Πάνω και το Μεσαίο Κάστρο (σύμφωνα με τη σύγχρονη αποτύπωση), ενώ ο ντόπιος πληθυσμός καταλαμβάνει το προάστιο του Μελανουδίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι την περίοδο των Γατελούζων δημιουργείται οχυρό τείχος και στην περιοχή του Κάτω Κάστρου. Το 1384, ένας δυνατός σεισμός καταστρέφει μεγάλο τμήμα του Κάστρου αλλά και του οικιστικού ιστού, που δεν είχαν αποκατασταθεί μέχρι και τις αρχές του 15ου αιώνα. Οι δύο τελευταίοι Γατελούζοι, ο Δομένικος (1445-1458) και ο αδερφός του Νικόλαος (1458-1462) πραγματοποίησαν εργασίες ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού του Κάστρου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις νέες αμυντικές απαιτήσεις που επέβαλαν τα πυροβόλα όπλα. Συγκεκριμένα, επί Δομένικου τοποθετήθηκαν στο Κάστρο τα πρώτα κανόνια, ενώ επί ηγεμονίας του Νικολάου διαμορφώθηκαν προμαχώνες και ενισχυτικά τείχη, παρατηρητήρια, πολεμίστρες και τάφροι. Από τη γενουατική φάση του κάστρου σώζονται σήμερα οι βάσεις του χώρου συνάντησης και συναλλαγών των ευγενών Γενουατών, γνωστού ως Λότζια (Loggia) στον κεντρικό οχυρωματικό περίβολο (Ακρόπυργο ή Donjon), τα ερείπια του ταφικού παρεκκλησίου του Αγ. Ιωάννη, το μεγαλύτερο μέρος της ανωδομής των τειχών στο Επάνω και στο Μεσαίο Κάστρο και η μεσαία δυτική πύλη, ενώ απαντώνται αρκετές εραλδικές επιγραφές ενσωματωμένες στα τείχη.

- Οχυρωματική αρχιτεκτονική και αμυντικές πρακτικές

Στο άρθρο του Ιστορική Θεώρηση της Οχυρωτικής του Φρουρίου της Μυτιλήνης, ο Παύλος Βλάχος αναφέρει τα ακόλουθα: «Τα σωζόμενα οχυρωτικά και άλλα στοιχεία των Βυζαντινών και Γατελούζων παρουσιάζουν τη στατική ανταπόκριση της ανάγλυφης οχυρώσεως, πριν από τη χρησιμοποίηση του πυροβόλου. Οι τετράγωνοι χαρακτηριστικοί Βυζαντινοί πύργοι στο ανώτερο σημείο της τοποθεσίας όσο και οι άλλοι που βρίσκονται κοντά στην Κινστέρνα (δεξαμενή) και πίσω από τις τουρκικές προσθήκες της Ορτά - Καπού έχουν τα χαρακτηριστικά της προηγμένης οχυρωτικής των Βυζαντινών της εποχής εκείνης. Κάθετη πλαγιοφύλαξη (ρίψη με το χέρι των εμπρηστικών υλών και των βλημάτων από πάνω) με προφύλαξη από τις πλευρικές βολές σε σχέση με τα παραπετάσματα. Οι μεταξύ των πύργων αποστάσεις είναι μικρές για να βρίσκονται σε αναλογία με τα ασθενή βεληνεκή των τόξων που με τα βέλη τους προσπαθούν να διαπεράσουν το θώρακα των επιτιθέμενων. Οι θέσεις βολής των αμυνόμενων επιτρέπουν το γνωστό είδος της “κατ’ αγκώνα τάξεως”, με αναβαθμούς και λοξότμητες παρειές. Η αντίσταση του υλικού (τοιχοποιίας) και η διάταξη των οχυρών βρίσκεται σε συνάρτηση με την ικανότητα των εν χρήσει επιθετικών μέσων, μειώνεται όμως σημαντικά στο μέτρο που αντιμετωπίζουν πυροβόλα». Γενικά, η οργάνωση της άμυνας φρόντιζε για την ενίσχυση της ευάλωτης πλευράς κάθε θέσης με πύργους και περιέβαλε το κάστρο με υγρές ή ξηρές τάφρους. Κατά το 15ο αι., ορισμένα από τα όπλα που χρησιμοποιούσαν οι αμυνόμενοι αποτελούσαν εξέλιξη πρωιμότερων τύπων αμυντικών όπλων, όπως για παράδειγμα η βαλλίστρα ή ο καταπέλτης. Άλλα, όπως ο χειροσίφων για το υγρό πυρ είχαν πάψει να χρησιμοποιούνται από το 13ο αι., ενώ είχε εισαχθεί η χρήση της πυρίτιδας και κατ’ επέκταση, των πυροβόλων όπλων. Από το 15ο και κυρίως το 16ο αιώνα η διάδοση των πυροβόλων όπλων επηρέασε καταλυτικά τις στρατηγικές πολέμου, την οργάνωση της άμυνας καθώς και την οχυρωματική αρχιτεκτονική.

- Οικόσημα των Γατελούζων

Στο άρθρο του Συμβολή στην εραλδική των αναμνηστικών και επιταφίων πλακών της περιόδου των Γατελούζων στη Μυτιλήνη (1998), ο Ανδρέας Μαζαράκης αναφέρει ότι οι Γατελούζοι υιοθέτησαν πολλά από τα σύμβολα της Bυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ οι όποιες μετατροπές ήταν εναρμονισμένες με αυτές του Βυζαντίου. Ειδικότερα στις επιτάφιες και αναμνηστικές πλάκες τους, χρησιμοποιούν εκτός από το φολιδωτό γενουατικό οικόσημο, βυζαντινά σύμβολα όπως το μονοκέφαλο και το δικέφαλο αετό, το συμπίλημα των Παλαιολόγων και τα τέσσερα (4) βυζαντινά πυρεκβόλα που έμοιαζαν με το Β και υποδείκνυαν το ρητό (Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεύων Βασιλευόντων), πιστοποιώντας έτσι την επικύρωση αυτού του δικαιώματος από το Βυζαντινό αυτοκράτορα. Τα 4Β είναι επίσης σύμβολο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το οποίο σύμφωνα με το Μαζαράκη «φέρεται οπουδήποτε και σε ο,τιδήποτε επιβεβαιώνει τη βυζαντινή επικράτεια». Η παραχώρηση του συγκεκριμένου συμβόλου σε ένα Δυτικό γινόταν μόνο σε περιπτώσεις ανδραγαθίας ή όταν αυτός είχε υπηρετήσει το Βυζάντιο σε ναυτική ή άλλη στρατιωτική εμπλοκή υπό τον αυτοκράτορα. Ο μονοκέφαλος και δικέφαλος αετός ήταν σύμβολα, την αποκλειστική χρήση των οποίων είχε η αυτοκρατορική οικογένεια. Στη σχετική βιβλιογραφία επισημαίνεται ωστόσο ότι οι Γατελούζοι είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα σύμβολα αυτά «σύμφωνα με την επιλογή του αυτοκράτορα». Το συμπίλημα ήταν μία συντομογραφία που δεν συνιστούσε αποκλειστικότητα του αυτοκράτορα αλλά όλης της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων και των Γατελούζων. Στις πύλες και σε διάφορα άλλα σημεία του κάστρου υπάρχουν οικόσημα των Γατελούζων και των Παλαιολόγων, που είναι οι πρώτοι Βυζαντινοί αυτοκράτορες που υιοθέτησαν τη δυτική ιπποτική παράδοση της χρήσης τους:

 

  1. Στην εσωτερική δυτική πύλη, που προστέθηκε από τους Γατελούζους, η αφιερωματική επιγραφή έχει τετραμερή διάρθρωση, με το βυζαντινό αετό, τα οικόσημα των Παλαιολόγων και των Γατελούζων, καθώς και λατινική επιγραφή.

  2. Στον κεντρικό πύργο του συγκροτήματος του Ακρόπυργου (Donjon) έχει εντοιχιστεί μια αντίστοιχη πλάκα όπου με ευδιάκριτα ανάγλυφα σχήματα παριστάνεται το οικόσημο των Γατελούζων, ενώ ακόμη μια βρίσκεται στο έδαφος στη γειτονία του πύργου.
  3. Πριν το θολοσκέπαστο διαβατικό της εξωτερικής νότιας πύλης στον τοίχο ενός πύργου που την προφύλασσε, τοποθετήθηκε από τους Οθωμανούς 3μερές μαρμάρινο ανάγλυφο με το συμπίλημα των Παλαιολόγων, τον δικέφαλο αετό με δυο πυρεκβόλα και το μονοκέφαλο αετό. Πάνω από αυτό εντοιχίστηκε οθωμανική επιγραφή την οποία επιστέφει τοποθετημένο ανάποδα φολιδωτό οικόσημο των Γατελούζων. Σε άμεση γειτνίαση με τα παραπάνω βρίσκεται δεύτερο φολιδωτό οικόσημο της οικογένειας των Γατελούζων.

Από αυτές τις πλάκες υποδεικνύεται ευκρινώς η στενή σχέση της αυθεντίας (ηγεμονίας) των Γενουατών με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια, καθώς και ότι η διοίκηση ασκείτο υπό την επικυριαρχία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

- Λότζια (Loggia)

Οι «Λότζιες», κτίρια με τοξωτές κιονοστοιχίες στην πρόσοψη, παραπέμπουν στο λατινικό «loggia» που σημαίνει «τόξο» ή «καμάρα». Η επικρατούσα άποψη ως προς τα συγκεκριμένα κτίρια είναι ότι αποτελούσαν χώρους συναθροίσεων, συζητήσεων και συσκέψεων για οικονομικά, εμπορικά και πολιτικά θέματα, αλλά ενίοτε και για αναψυχή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι σε διάφορες πηγές οι Λότζιες περιγράφονται ως αναπόσπαστο τμήμα των τοπικών αρχών και της διοίκησης (π.χ. έδρα συμβολαιογράφων, δικαστών ή ακόμη και τελωνειακών αρχών). Οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεση μας για τη «Λότζια» του Κάστρου της Μυτιλήνης επί Γατελούζων είναι περιορισμένες.

- Πύργος Λοράντα

Επί Γατελούζων ο πύργος «Loranda», αναφέρεται ως «Πύργος μέσα στη Θάλασσα» ή «LaTorrei(n) Mare». Σύμφωνα με τις πηγές, κτίστηκε από τον Πέντρο ντε Λαράντα, κυβερνήτη γαλέρας. Κατά παραφθορά του ονόματος ονομάστηκε Πύργος Λοράντα. Βρίσκεται στην αρχή του αρχαίου μώλου και φέρει τη χαρακτηριστική ψευδοϊσόδομη κατασκευή και το οριζόντιο διακοσμητικό «κορδόνι» της περιόδου. Ο πύργος προστάτευε το βόρειο λιμάνι, το οποίο ήταν γνωστό και ως «λιμάνι του Αγίου Γεωργίου». Συγκεκριμένα, εν καιρώ πολέμου, ενεργούσε σαν αυτόνομη αμυντική θέση, με μικρό αριθμό σκοπευτών, που εμπόδιζε την είσοδο εχθρικών πλοίων στο λιμένα. Εν καιρώ ειρήνης, ο Πύργος διενεργούσε έλεγχο των στοιχείων των πλοίων, των εγγράφων και του φορτίου τους, ενώ παράλληλα, ενημέρωνε τη διοίκηση. Ο πύργος ήταν το δεύτερο σημείο που πολιόρκησαν οι Οθωμανοί το 1462, μετά τη θέση του σύγχρονου Ναού του Αγίου Νικολάου - εσωτερικά του βόρειου λιμενοβραχίονα. Έχοντας καταλάβει αυτές τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, επιτέθηκαν με διασταυρούμενα πυρά στο Μελανούδι και το κατέλαβαν. Έτσι περιόρισαν τις αμυντικές δυνατότητες του κυρίως Κάστρου, εξαναγκάζοντας σε παράδοση τους πολιορκημένους.

Αναζήτηση







Συνδυαστική έρευνα

Εγγραφή

User

Mail

Pass


Σύνδεση






Χάρτης ιστοτόπου