Οθωμανοί

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ - Εισαγωγή

Η επέκταση των Οθωμανών Τούρκων στην Ευρώπη άρχισε ουσιαστικά το 1354, με την κατάληψη της Καλλιπόλεως. Μέσα σε έναν αιώνα, οι Τούρκοι έθεσαν υπό την κυριαρχία τους ένα μεγάλο τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου, ενώ παράλληλα συνέχισαν την εξάπλωσή τους στη Μικρά Ασία. Η κατάληψη της ανατολικής Θράκης έλαβε χώρα λίγο μετά τα μέσα του 14ου αιώνα. Στις αρχές του 15ου αιώνα είχαν εξαπλωθεί στη Βουλγαρία, στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία, ωστόσο, η προέλασή τους ανακόπηκε για αρκετά χρόνια μετά τη συντριβή τους από το Μογγόλο Ταμερλάνο, στη μάχη της Άγκυρας, το 1402. Επωφελούμενο από το γεγονός αυτό το Βυζάντιο, προσπάθησε επανειλλημένα να ανακόψει τους εισβολείς, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Με την άνοδο στο θρόνο του Μουράτ Β΄ και στη συνέχεια του Μωάμεθ Β΄, οι Τούρκοι ισχυροποιήθηκαν και πάλι και συνέχισαν τις επιχειρήσεις τους προς την καρδιά του βυζαντινού κράτους.

 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς αποτέλεσε την τυπική νομιμοποίηση της επικράτησής τους σε βάρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος απέκτησε μια πρωτεύουσα με παγκόσμια ακτινοβολία και μοναδική στρατηγική και πολιτική σημασία. Με την κατάκτηση της Πελοποννήσου (1460) και της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461), δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη σταθεροποίηση της κατάστασης στην οποία είχαν υποπέσει οι κατακτημένες και λεηλατημένες ζώνες τις προηγούμενες δεκαετίες, καθώς και για τη συγκρότηση μιας σθεναρής αυτοκρατορίας. Στο διάστημα 1455-1669, η σταδιακή ενσωμάτωση στο Οθωμανικό κράτος των λατινικών (βενετικών κυρίως) κτήσεων της ανατολικής Μεσογείου, η επέκταση των συνόρων του πέρα από το Δούναβη, η επικράτηση στη Μικρά Ασία και στη Μέση Ανατολή, εξασφάλισαν εν τέλει τη γεωπολιτική ενότητα της νέας αυτοκρατορίας.

 

Η επικράτηση των Οθωμανών στα Στενά και η εξάπλωση στις παραγωγικότερες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου κατέστησε δυνατή την εκμετάλλευση αστείρευτου ανθρώπινου δυναμικού και αγαθών. Από τη νότια Ρωσία, την Ουκρανία και την Πολωνία, οι Οθωμανοί εξασφάλισαν (μέσω Ευξείνου Πόντου) τεράστιες μάζες σκλάβων και νέους συμμάχους. Από τη Μαύρη Θάλασσα και την ενδοχώρα η οθωμανική πρωτεύουσα εφοδιαζόταν με ανεξάντλητα αγαθά αλλά και την απαραίτητη ξυλεία για τη ναυπήγηση στόλων. Η εκμετάλλευση της Αιγύπτου σε συνδυασμό με την επέκταση προς τους σιτοβολώνες των ουγγρικών, μολδοβλαχικών και άλλων βαλκανικών πεδιάδων, κάλυπταν τις επισιτιστικές ανάγκες του κράτους. Επιπλέον, η ενσωμάτωση των εμπορικών σταθμών της Βενετίας στην Πελοπόννησο (1500), ενώ, λίγα χρόνια μετά, των σπουδαιότερων εμπορικών κέντρων της Αιγύπτου και της Συρίας (1516), δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μετατόπιση του κέντρου της εμπορικής δραστηριότητας προς το Βόσπορο και τα Βαλκάνια, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη.

 

Η κατάσταση αυτή κλόνισε την εύθραστη κατάσταση της ευρωπαϊκής (και ιδιαίτερα της ιταλικής) οικονομίας μεταξύ του 15ου και 16ου αιώνα. Τόσο η οθωμανική εξάπλωση όσο και οι αντιστάσεις που προέβαλλαν οι λατινοκρατούμενες περιοχές στην Ανατολή, έδωσαν την αφορμή για πολλαπλές πολεμικές συγκρούσεις, οι οποίες με τη σειρά τους διαμόρφωναν ένα καθεστώς χρόνιας αναρχίας, κυρίως στη θάλασσα, αλλά και στην ξηρά. Με την πειρατική δραστηριότητα μουσουλμάνων και χριστιανών, που ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα είχε εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα, άρχισε να ατονεί η εμπορική δραστηριότητα μεταξύ μεσανατολικών λιμανιών και δυτικοευρωπαϊκών αγορών. Παράλληλα, η ανακάλυψη νέων εμπορικών δρόμων με κατεύθυνση τον Ατλαντικό και την Αφρική, διευκόλυνε τη μετατόπιση του εμπορικού ενδιαφέροντος από την ανατολική Μεσόγειο και τα ιταλικά της λιμάνια προς τις παγκόσμιες αγορές της δυτικής και βορειοδυτικής Ευρώπης.

 

Εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι χριστιανικοί πληθυσμοί άρχισαν να επαναφέρουν, κατά την περίοδο αυτή, την - προ πολλού παρηκμασμένη - ιδέα της Σταυροφορίας εναντίον των «απίστων». Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες είχαν ως απώτερο στόχο την ανακατάληψη της Πόλης, τη σύμπραξη των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής και την πολιτική ενοποίηση ενός τουλάχιστον τμήματος της χριστιανικής Ευρώπης. Ιδιαίτερη σημασία αποδιδόταν στην τύχη της Κωνσταντινούπολης, η οποία αποτελούσε το κεντρικό ζητούμενο της σταυροφοριακής προπαγάνδας κατά το 15ο, 16ο και 17ο αιώνα. Η αντίληψη αυτή περί μοναδικότητας της Πόλης, αλλά και το γεγονός της Αλώσεως αυτό καθ’ αυτό, διατηρήθηκαν ως τα τέλη τουλάχιστον του περασμένου αιώνος στις λαϊκές αφηγήσεις, αλλά και σε ένα μεγάλο ποσοστό μελετών της νεώτερης ιστορίας. Παρόλα αυτά, η αντίδραση της Δύσης στον οθωμανικό επεκτατισμό δε δικαίωσε τις προσδοκίες των λαών της Βαλκανικής και των Ευρωπαίων θιασωτών της Σταυροφορίας. Συγκροτήθηκαν διάφοροι αντιτουρκικοί συνασπισμοί, φαίνεται εντούτοις ότι αυτοί εξυπηρετούσαν τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά συμφέροντα - ως επί το πλείστον - της Βενετίας και άρα στόχους άσχετους προς την οθωμανική καταπίεση των υπόδουλων πληθυσμών.

 

Η αδυναμία της Ευρώπης να αντιδράσει δυναμικά στην οθωμανική πίεση έγινε πιο έκδηλη την περίοδο του Τριακονταετούς πολέμου (1618-1648). Έτσι, όταν ξέσπασε ο πέμπτος κατά σειρά Βενετοτουρκικός πόλεμος για την κατοχή της Κρήτης (1645-1669), τα χριστιανικά κράτη της Δύσης δεν κατάφεραν να προσφέρουν βοήθεια για την άμυνα του νησιού. Οι Άγγλοι και οι Ολλανδοί ευνόησαν τους Οθωμανούς, στοχεύοντας στην υποκατάσταση των Γάλλων στα εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με τον ίδιο τρόπο ουσιαστικά που και οι Γάλλοι με τη σειρά τους είχαν εκμεταλλευθεί παλαιότερα (1570-1571) τον Κυπριακό πόλεμο, για να εξοβελίσουν τους Βενετούς από τις ίδιες περιοχές.

 

Παρά την υποστήριξή τους προς τις σταυροφοριακές διακηρύξεις της Δύσης από την εποχή της Αλώσεως μέχρι και τα μέσα του 17ου αιώνα, οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ειδικά μετά την πτώση της Κρήτης (1669) και την ολοκληρωτική σχεδόν εξάλειψη των δυτικοευρωπαϊκών προγεφυρωμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, στράφηκαν προς άλλες δυνάμεις: την ανανεωμένη στρατιωτικά Αυστρία (που στα χρόνια που ακολουθούν καταφέρνει τα πρώτα καίρια κτυπήματα στις οθωμανικές βάσεις της βόρειας Βαλκανικής), αλλά και την ομόθρησκη Ρωσία, που αρχίζει μέσα στους επόμενους αιώνες να ρίχνει όλο και πιο απειλητικά τη σκιά της πάνω από την οθωμανική επικράτεια.

 

Το 19ο αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία εμφανίζει έντονα σημάδια παρακμής, ωστόσο κατάφερε να παραμείνει στρατιωτικά και πολιτισμικά υπολογίσιμη έως και την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Στην παρακμή της συνέβαλαν αποφασιστικά ενδοσυστημικές παθογένειες, όπως η βαθμιαία αποδιοργάνωση της κρατικής μηχανής, η αστάθεια του συστήματος διοίκησης και η συνακόλουθη αποτυχία της οικονομικής της δομής, η άνοδος στο θρόνο σειράς ανάξιων μοναρχών, αλλά και η αδυναμία υπεράσπισης των συνόρων έναντι ξένων εισβολέων. Παράλληλα, η ανάπτυξη του εθνισμού (και του σχετικού αλυτρωτισμού) σε πολλές χώρες της ευρύτερης Βαλκανικής, έθεσε σε αμφισβήτηση την ικανότητα τις αυτοκρατορίας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εθνικές εξεγέρσεις. Ενώ η Αίγυπτος πέφτει στα χέρια του Ναπολέοντα, η Ελλάδα κηρύσσει την Επανάσταση (1821) και η Μολδαβία και η Βλαχία μετατρέπονται σε προτεκτοράτα της Ρωσίας. Προσπάθειες δραστικών ρυθμίσεων στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου έγιναν τόσο από τον Σελίμ Γ΄ όσο και από τον Μαχμούτ Β΄, χωρίς ωστόσο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η εξέγερση της Βοσνίας Ερζεγοβίνης το 1875 προανήγγειλε το Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-8), στον οποίο η Οθωμανική αυτοκρατορία ηττήθηκε, με συνέπεια την επίσημη ανακήρυξη της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας σε ανεξάρτητα κράτη. Την ίδια περίοδο, η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη τίθενται υπό αυστριακό έλεγχο.

 

Οι τέσσερις αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας άσκησαν σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης στα νεοσύστατα κράτη αλλά και στη διαμόρφωση του κοσμικού κράτους της Τουρκίας (σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης) μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Ήδη από το 1909, το κίνημα των Νεοτούρκων συνέβαλε προς την κατεύθυνση αυτή, επιδιώκοντας να εγκαθιδρύσει ένα σύγχρονο κράτος κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

- Διοίκηση

Η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα πολυπολιτισμικό κράτος οργανωμένο στη βάση των millet. Κεντρικός πυρήνας διαμόρφωσης του milletήταν η θρησκεία. Οι τρεις σημαντικότερες μη μουσουλμανικές θρησκείες διακρίθηκαν σε τρία millet:

 

[α] Το millet των ορθοδόξων Χριστιανών που αποτελούσε τη μεγαλύτερη και οικονομικά ισχυρότερη μη μουσουλμανική κοινότητα εντός της αυτοκρατορίας και είχε ως επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως

 

[β] Το millet των Εβραίων, μία σημαντική πολιτιστική και εμπορική δύναμη εντός της οθωμανικής επικράτειας

 

[γ] Το millet των Αρμενίων, με επικεφαλής τον Αρμένιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

 

Η Οθωμανική αυτοκρατορία επιχείρησε να διαμορφώσει ένα αποκεντρωτικό και ανεκτικό σύστημα διοίκησης και εκχώρησε για το λόγο αυτό στα milletσχετική αυτονομία σε θέματα που αφορούσαν την θρησκευτική λατρεία, τη συλλογή φόρων, τις δικαστικές υποθέσεις και την τοπική αυτοδιοίκηση.

 

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ο Σουλτάνος ήταν ο ανώτατος πολιτικός, θρησκευτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ενώ οι δούλοι της Πύλης, ήταν οι φορείς της θελήσεώς του σε όλα τα επίπεδα της κρατικής ιεραρχίας. Η Αυλή ήταν φυτώριο των δημοσίων, πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων, ενώ περιελάμβανε δύο υπηρεσίες καίριας σημασίας, την «Εσωτερική» και την «Εξωτερική».

 

Η «Εσωτερική Υπηρεσία» αποτελείτο από το μικρόκοσμο των λευκών ευνούχων και των μαθητευόμενων αξιωματούχων και δούλων του Σουλτάνου, οι οποίοι προορίζονταν για ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί. Αυτά τα αγόρια μικρής ηλικίας προέρχονταν αποκλειστικά από το παιδομάζωμα. Ύστερα από πολυετή φοίτηση σε αυτοκρατορικό σχολείο, εισέρχονταν στην Αυλή για την ολοκλήρωση της διαπαιδαγώγησής τους. Κατόπιν, ανελάμβαναν υπηρεσία στις ανώτερες βαθμίδες της κεντρικής και επαρχιακής διοικήσεως ή παρέμεναν αφοσιωμένοι υπασπιστές του ίδιου του Σουλτάνου. Η «Εξωτερική Υπηρεσία» ενώ ανήκε οργανικά στην Αυλή, ερχόταν σε αμεσότερη επαφή με τους κρατικούς μηχανισμούς και το στρατό. Τα περισσότερα μέλη της ήταν εξισλαμισμένοι νέοι μεγαλύτερης ηλικίας, δούλοι της Πύλης, που ήταν οργανωμένοι σε σώματα ημι-στρατιωτικής φύσεως. Επάνδρωναν τις κυριότερες βοηθητικές στρατιωτικές υπηρεσίες, ενώ, σε περίπτωση ανάγκης, βρίσκονταν στην άμεση διάθεση του Σουλτάνου.

 

Στην πυραμίδα της εξουσίας, αμέσως μετά το Σουλτάνο βρισκόταν ο Μέγας Βεζίρης, ο «απόλυτος αντιπρόσωπος του Σουλτάνου». Παράλληλα με τα στρατιωτικά του καθήκοντα, ο Βεζίρης είχε υπό τον έλεγχό του τους διορισμούς των αξιωματούχων στην κεντρική και επαρχιακή διοίκηση, εκπροσωπούσε το Σουλτάνο σε ζητήματα δικαίου και λειτουργούσε ως εντεταλμένος του για την τήρηση της τάξεως στην πρωτεύουσα. Επιπλέον, από τα μέσα του 17ου αιώνα, η κατοικία του Βεζίρη ήταν συνάμα και το ανώτερο δημόσιο κτίριο, όπου διεκπεραιώνονταν όλες οι υποθέσεις (πλην των οικονομικών). Οι εκτεταμένες αρμοδιότητες του Βεζίρη καθιστούσαν τη θέση του καίρια και μπορούσαν να απειλήσουν τον ίδιο το Σουλτάνο. Για το λόγο αυτό, πριν από κάθε σημαντική απόφαση ο Βεζίρης ήταν υποχρεωμένος να συμβουλευθεί και τα άλλα μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου, υπεύθυνα για οικονομικές, νομικές και διοικητικές υποθέσεις. Στην υπηρεσία του Μεγάλου Βεζίρη ήταν τρεις αξιωματούχοι με σημαντικές αρμοδιότητες και μεγάλη ισχύ: ο αντιπρόσωπος πολιτικών και στρατιωτικών υποθέσεων, ο υπεύθυνος δικαστικών υποθέσεων και ο αρχιγραμματέας του αυτοκρατορικού συμβουλίου. Κατά το 19ο αιώνα, οι τρεις αυτοί αξιωματούχοι εξελίχθηκαν αντίστοιχα σε υπουργούς Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Εξωτερικών. Οι υπόλοιποι ανώτεροι αξιωματούχοι, μέλη κι αυτοί του αυτοκρατορικού συμβουλίου, είχαν αρμοδιότητες που καθορίζονταν από τα κυριότερα θέματα που ενδιέφεραν κατά περιόδους την αυτοκρατορία.

 

Η επαρχιακή διοίκηση ήταν αποτέλεσμα της εξελίξεως των κατακτήσεων και προσδιοριζόταν κατά βάση από στρατιωτικούς, αλλά και οικονομικο-πολιτικούς όρους. Πυρήνας του διοικητικού συστήματος ήταν το «σαντζάκι», μια μεγάλη περιφέρεια με διοικητική τον «σαντζάκμπεη», έναν ικανό αξιωματούχο διορισμένο από το Σουλτάνο, στον οποίο παραδιδόταν μία σημαία (σαντζάκ), σύμβολο της εξουσίας που απέρρεε από το Σουλτάνο. Τα σαντζάκια εντάσσονταν σε μεγαλύτερα γεωγραφικά διαμερίσματα, τα «μπεηρμπελίκια», των οποίων ο αριθμός αυξανόταν με το πέρασμα των αιώνων. Μικρότερη διοικητική μονάδα ήταν ο «καζάς», ο οποίος περιελάμβανε συνήθως μια πόλη και τα χωριά γύρω από αυτήν. Ανώτατος αξιωματούχος του καζά ήταν ο «σούμπασης», ο οποίος από τον 17ο αιώνα και εξής ονομαζόταν και «βοεβόδας». Εκπρόσωπος της θρησκείας και ερμηνευτής του ιερού νόμου στον καζά ήταν ο «ιεροδίκης» (καδής), ο οποίος ασκούσε τη δικαστική εξουσία σε τοπικό επίπεδο. Κάποιες περιοχές της αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων δεν υπάγονταν στο γενικό διοικητικό σύστημα και παρόλο που παρέμεναν φόρου υποτελείς στο Σουλτάνο, διατηρούσαν ένα είδος αυτονομίας (Βλαχία, Μολδαβία, Ραγούσα, Γεωργία, κ.λ.π.). Στην Αφρική από την άλλη, περιοχές όπως η Τυνησία και η Αλγερία διατηρούσαν τον αρχικό τους χαρακτήρα ως «μεθοριακές» επαρχίες με κάποια ανεξαρτησία.

 

Η διοικητική ιεραρχία στην Οθωμανική αυτοκρατορία ξεκινούσε από την κεντρική εξουσία της πρωτεύουσας και κατέληγε στον «τιμαριούχο». Το «τιμάριο» υπήρξε ο πυρήνας του οικονομικού, πολιτικού και στρατιωτικού οικοδομήματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το τιμάριο εξυπηρετούσε ένα βασικό σκοπό: τη συντήρηση του «σπαχή» (ιππέα), ο οποίος δεν είχε την κυριότητα των γαιών που περιέρχονταν στην κατοχή του, αλλά το δικαίωμα εισπράξεως των καθορισμένων φόρων. Η παραχώρηση του τιμαρίου στο σπαχή γινόταν με τον όρο ότι ο κάτοχός του θα ήταν πρόθυμος να ενταχθεί στις τάξεις του ιππικού κατά τις διάφορες εκστρατείες, υπό την ηγεσία του σαντζάκμπεη. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τιμαρίων ήταν πως ήταν ανακλητά, σε περίπτωση άρνησης του τιμαριούχου για προσφορά υπηρεσίας στον πόλεμο. Στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, εκτός από τους μουσουλμάνους υπήρχαν και ορισμένοι χριστιανοί τιμαριούχοι, προς τους οποίους, ειδικά κατά τις πρώιμες φάσεις, η ανοχή του οθωμανικού κράτους ήταν χαρακτηριστική.

Από τα μέσα του 16ου αιώνα το τιμαριωτικό σύστημα προοδευτικά αντικαθίσταται από εκείνο των «τσιφλικιών». Η διάβρωση του συστήματος των τιμαρίων συνέτεινε αφενός στην εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και αφετέρου, στην ενίσχυση της δυνάμεως των τοπικών ισχυρών αρχόντων. Κατά την περίοδο αυτή, μικρά τιμάρια ενώνονταν σε μεγάλες ιδιοκτησίες από τους εκάστοτε ισχυρούς, ενώ πολλά κτήματα αγοράζονταν από ανθρώπους που δεν είχαν άμεση σχέση με την καλλιέργεια της γης. Το τιμαριωτικό σύστημα έχασε το στρατιωτικό του χαρακτήρα και το τιμάριο μετασχηματίστηκε σε τσιφλίκι. Εμφανίστηκε με τον τρόπο αυτό μία νέα τάξη γαιοκτημόνων, οι οποίοι μάλιστα κατείχαν και τίτλους κυριότητας για τις γαίες τους.

- Στρατός

Ο στρατός στην Οθωμανική αυτοκρατορία συνιστούσε ουσιαστικά τη βάση του οικοδομήματος και όχι μία απλή υπηρεσία του κράτους.

 

Ζωτικό μέρος του στρατού ήταν οι σπαχήδες, οργανωμένοι σε σώματα ιππικού υπό την ηγεσία του σαντζάκμπεη, με βασικό καθήκον να προσφέρουν - όταν τους καλούσαν - στρατιωτικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και στο Σουλτάνο. Οι σπαχήδες δεν υποβάλλονταν σε ιδιαίτερη στρατιωτική εκπαίδευση, αφού ζώντας ουσιαστικά στρατιωτική ζωή (με τον πόλεμο ως βασικό προορισμό), ήταν βαθύτατα εξοικειωμένοι με τη χρήση των όπλων.

 

Άλλη σημαντική κατηγορία στρατιωτών ήταν οι “Αskerȋ”, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο των κατακτήσεων. Παρόλο που οι Αskerȋ ήταν (αρχικά) νομαδικής προελεύσεως, σε αυτούς παραχωρούνταν γαίες περιορισμένης εκτάσεως, αρκετές για τη συντήρηση των οικογενειών τους. Προοδευτικά οι Αskerȋ έπαψαν να χρησιμοποιούντα ως μάχιμοι, ιδίως μετά τη συστηματική στρατολόγηση τακτικών σωμάτων προερχομένων από δούλους. Από το τέλος του 15ου αιώνα και εξής οι Αskerȋ χρησιμοποιούνταν μόνο ως βοηθητικοί και συνόδευαν το στρατό στις επιχειρήσεις μεταφέροντας οπλισμό, κατασκευάζοντας δρόμους και γέφυρες ή ασχολούμενοι με τον επισιτισμό.

 

Όταν το τιμαριωτικό σύστημα άρχισε να εκφυλίζεται, οι σπαχήδες έχασαν τη στρατιωτική τους δύναμη και στη θέση τους εμφανίστηκε η ομάδα των γενιτσάρων, του τακτικού δηλαδή στρατού που προήλθε από τους δούλους του Σουλτάνου. Η σύσταση τους σε σώμα τοποθετείται χρονολογικά στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Το σώμα των γενιτσάρων αποτελείτο από αιχμαλώτους πολέμου, από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον χριστιανικών περιοχών, καθώς και από στρατολογήσεις παιδιών των χριστιανικών πληθυσμών. Οι γενίτσαροι πληρώνονταν ανάλογα με το βαθμό τους από το κράτος, το οποίο τους προμήθευε επίσης με στολή και τροφή. Κάποιες μονάδες έδρευαν στην πρωτεύουσα και ανήκαν στην προσωπική φρουρά του Σουλτάνου. Το μεγαλύτερο ποσοστό όμως, επάνδρωνε τις φρουρές επαρχιακών διοικητικών κέντρων και τελούσε υπό τον έλεγχο των τοπικών διοικητών. Και στις δύο περιπτώσεις, οι γενίτσαροι όφειλαν να είναι πάντοτε σε πολεμική ετοιμότητα, ωστόσο, είχαν το δικαίωμα να οπλοφορούν μόνο σε καιρό πολέμου (προς αποφυγήν εξεγέρσεων και καταστολή των επαναστατικών διαθέσεων εντός του σώματος). Η ζωή τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη στρατιωτική τους μονάδα, παρότι από την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και εξής τους επετράπη να δημιουργούν οικογένεια.

- Εμπόριο και Ναυτικό

Αρχικά, η θάλασσα υπήρξε στοιχείο άγνωστο για τους Οθωμανούς και παρέμεινε τέτοιο ως την εποχή που ήρθαν σε επαφή με την Ανατολική Μεσόγειο. Η επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης των ναυτικών λαών της Μεσογείου ώθησε τους Οθωμανούς στη δημιουργία ισχυρού στόλου. Ο πειρατικός χαρακτήρας, όπως εξάλλου συνέβαινε και με τους στόλους άλλων λαών της περιόδου, ήταν το βασικότερο χαρακτηριστικό του οθωμανικού στόλου κατά τους πρώτους αιώνες. Οι πρώτοι σουλτάνοι χρησιμοποίησαν τα πλοία των υπόδουλων και τους ίδιους τους υπόδουλους ως πληρώματα. Επί ηγεμονίας Μεχμέτ Β΄, έγινε σοβαρή προσπάθεια ναυπηγήσεως πολεμικών πλοίων και επανδρώσεώς τους με μόνιμα σχεδόν πληρώματα. Αρχηγός του στόλου ήταν ο «Καπουδάν πασάς», ο οποίος αποτελούσε επίσης μέλος του αυτοκρατορικού συμβουλίου, ενώ κατείχε και το αξίωμα του μπεηλέρμπεη Καλλιπόλεως. Τα πληρώματα του τουρκικού στόλου, οι γνωστοί «λεβέντες», προέρχονταν συνήθως από ναυτολογημένους Δαλματούς, Αλβανούς και κυρίως Έλληνες.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΙΙ: Οθωμανική (αρχές 20ου αιώνα μ.Χ.) - Μουσουλμανικά ιερά τεμένη

Τα τζαμιά ή τεμένη ήταν τόποι λατρείας των Μουσουλμάνων. Προς το τέλος του 19ου αιώνα, ειδικότερα στη Μυτιλήνη, αναφέρονται από τους ξένους περιηγητές είκοσι περίπου μικρά και μεγάλα τζαμιά, μεταξύ των οποίων το Βαλιδέ Τζαμί (το οποίο λειτουργούσε με τις προσόδους της μητέρας του Σουλτάνου - που σώζεται μέχρι σήμερα), το Βίγλα Τζαμί (τζαμί της σκοπιάς, ο σύγχρονος Άγιος Νικόλαος, χτισμένο κοντά στα όρια της πόλης προς βορρά, σε γειτνίαση με την Πάφλα Καπού - Σιδηρόπορτα), το Γενί Τζαμί (νέο τζαμί - που διατηρείται και σήμερα), το Γιαλί Τζαμί (τζαμί της παραλίας - που στεγάζει σήμερα ιδιωτική επιχείρηση), το Κιουμρουλού ή Κουμουλού ή Κουμλού Τζαμί (τζαμί της δεκαοχτούρας ή της άμμου), το Τουρουντσλού Τζαμί (τζαμί της νερατζιάς), το Τσινάρ Τζαμί (τζαμί του πλατάνου), κ.ά. Για την ανέγερση των ιερών τους, οι Οθωμανοί προτιμούσαν συνήθως τόπους που θεωρούνταν και προγενέστερα «ιεροί». Σε πολλές περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένης και της Μυτιλήνης) εντοπίζονται, ανάμεσα στο υλικό των κρημνισμένων περιβόλων των τζαμιών, μαρμάρινα υπολείμματα και αρχιτεκτονικά μέλη που ανήκαν σε πρωιμότερους ναούς. Όλα τα τζαμιά του νησιού ήταν κτισμένα ψηλότερα από το έδαφος, ενώ στο προαύλιό τους βρισκόταν η κρήνη για τους αγνιστικούς καθαρμούς. Τα δάπεδά τους ήταν πλακόστρωτα, επισανιδωμένα και στρωμένα με πολύτιμα χαλιά. Η στέγη τους ήταν σχεδόν πάντα ψηλότερη από τη στέγη του εξωνάρθηκα. Στα μεγαλύτερα τζαμιά, το ιερό (μιχράμπ) προεκτεινόταν ελάχιστα από το νοτιοανατολικό τοίχο (κίμπλα) προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Μετά την κατάληψη του Kάστρου της Μυτιλήνης από τους Οθωμανούς το 1462, ο γενουατικός ναός του Αγίου Ιωάννη στο Επάνω Κάστρο μετατράπηκε σε τζαμί. Πρόκειται για το παλαιότερο τζαμί της Μυτιλήνης, καθώς αναφέρεται ότι κτίστηκε από το Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, αμέσως μετά την άλωση της πόλης και τη συνακόλουθη κατάληψη του συνόλου του νησιού. Το τζαμί του Κάστρου καταγράφεται στις πηγές ως Κουλέ Τζαμί, Καλέ Τζαμί (τζαμί του Κάστρου) αλλά και ως Μεχμέτ Τζαμί. Ήταν λιθόκτιστο και κεραμιδοσκέπαστο. Μια μαρμάρινη σκάλα οδηγούσε από το λιθόστρωτο προαύλιο του τζαμιού στο πλακόστρωτο δάπεδο του εξωνάρθηκα. Για την κατασκευή του εξωνάρθηκα έγινε εκτενής χρήση λευκού μαρμάρου. Ο εξωνάρθηκας είχε τρίπλευρη, επικλινή στέγη και ήταν ανοιχτός και από τις τρεις πλευρές του, με έξι μαρμάρινους κίονες στην πρόσοψη και ανά δύο στην κάθε πλευρά. Οι κίονες σχημάτιζαν εννέα αψίδες, πέντε στην πρόσοψη και τέσσερες στα πλάγια (δύο σε κάθε πλευρά). Στη βορειοδυτική γωνία του τζαμιού υψωνόταν μιναρές που ξεπερνούσε σε ύψος τα τριάντα μέτρα. Η είσοδος στον εσωνάρθηκα γινόταν από μία δίφυλλη, ξυλόγλυπτη θύρα στηριγμένη σε μαρμάρινο πλαίσιο. Σε όλες τις πλευρές ανοίγονταν παράθυρα για το φωτισμό του εσωνάρθηκα αλλά και του γυναικωνίτη. Το δάπεδο του τζαμιού ήταν πλακόστρωτο κι επισανιδωμένο ενώ το μιχράμπ ήταν κτισμένο επιμελώς, με πελεκητές πέτρες.

- Οικίες

Παρόλο που δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την οικιστική αρχιτεκτονική στη Λέσβο πριν από το 18ο αιώνα, φαίνεται ωστόσο ότι οι κατοικίες ακολουθούσαν (σε γενικές γραμμές) το δημοφιλή σε όλο το Αιγαίο τύπο του μονώροφου ορθογώνιου κτηρίου. Με το τέλος της πειρατείας και την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, παρατηρούνται αλλαγές στην αρχιτεκτονική των σπιτιών, με σημαντικότερη την εμφάνιση της κεραμοσκεπής, η οποία προέρχεται από τη βαλκανική και τη μικρασιατική οικοδομική παράδοση. Έως το τέλος του 19ου αιώνα επικράτησε στο νησί ο τύπος του διώροφου κτιρίου με τετράκλινη στέγη και προεξέχουσες ελαφρές ξύλινες κατασκευές σε τμήμα του πάνω ορόφου (σαχνισίνια). Τα σαχνισίνια λειτουργούσαν είτε ως χώροι υποδοχής είτε ως υπνοδωμάτια και είχαν διακόσμηση ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του (κάθε) ιδιοκτήτη. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν και τα μεγάλα αρχοντικά με γραμμικό, κεντρικό ή σταυροειδές χαγιάτι. Μια σημαντική κατηγορία της λεσβιακής αρχιτεκτονικής είναι και οι πύργοι, που τους συναντούμε σε αγροτικές περιοχές κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης. Έχουν τετράγωνη κάτοψη, έως και τρεις ορόφους, με τον τελευταίο όροφο εκτεινόμενο προς τα έξω με σαχνισίνια. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα σημειώθηκαν δύο μεγάλοι σεισμοί στο νησί, οι οποίοι προκάλεσαν πολλές καταστροφές στο κτιριακό δυναμικό. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, κατά την περίοδο αυτή, η αρχιτεκτονική φαίνεται να αντλεί περισσότερα στοιχεία από δυτικά αρχιτεκτονικά ρεύματα. Ο τύπος κτιρίου που επικράτησε (με μικρές παραλλαγές) στη Λέσβο διέθετε συμμετρία στην εσωτερική και εξωτερική διάρθρωση, με τα σαχνισίνια βαθμιαία να αντικαθίστανται από ανοιχτούς εξώστες και τους ισόγειους χώρους να υπερυψώνονται προκειμένου να μπορούν να διαμορφωθούν και ημιυπόγειοι χώροι. Παρά τη δομική ομοιογένεια, σε επίπεδο μορφολογίας των κατοικιών, καταγράφεται στη Λέσβο μια ποικιλομορφία, αφού υπάρχουν επιρροές τόσο από τη Σμύρνη και την ευρύτερη Μικρά Ασία, όσο και από τις προαστιακές κατοικίες της Βιέννης, του Βερολίνου και του Παρισιού (ιδιαίτερα στις κατοικίες των εύπορων αστών του 19ου και των αρχών του 20ου αι., τα λεγόμενα «αρχοντικά»). Τη συγκεκριμένη περίοδο μέσα στο Κάστρο κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμάνοι. Όπως αναφέρεται σε πηγές, ο μεγαλύτερος αριθμός οικιών (περί τις 80) βρισκόταν στην περιοχή του Κάτω Κάστρου (παρά το σχετικά περιορισμένο χώρο), όπου σώζονται σήμερα ορισμένα δείγματα που αναστήλωσε το Υπουργείο Πολιτισμού,αλλά ο οικιστικός ιστός επεκτεινόταν και στην περιοχή του Μεσαίου Κάστρου, ενώ η περιοχή του Επάνω Κάστρου παρέμεινε κέντρο των διοικητικών και στρατιωτικών αρχών.

- Νότιο λιμάνι

Μετά την κατάκτηση της Μυτιλήνης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή το 1462, μέχρι και το 1912, οι Οθωμανοί κράτησαν - σε γενικές γραμμές - το Κάστρο για δική τους αποκλειστική χρήση (αμυντική και οικιστική). Οι πηγές αναφέρουν ότι οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης περιορίστηκαν αρχικά στην περιοχή που κατείχε άλλοτε το κατεστραμμένο Μελανούδι, έξω από το Κάστρο. Από το τέλος του 16ου αιώνα, η Μυτιλήνη άρχισε και πάλι βαθμιαία να επεκτείνεται, καθώς μέρος του πληθυσμού του Κάστρου, αλλά και κάτοικοι από την ύπαιθρο μετοίκησαν σε όλο σχεδόν το χώρο που κατείχε η πόλη κατά την ύστερη αρχαιότητα. Η πόλη αναπτύχθηκε προς δύο κατευθύνσεις/περιοχές: Ο μουσουλμανικός πληθυσμός κατέλαβε αρχικά το χώρο κοντά στο βόρειο λιμάνι και σιγά-σιγά εξαπλώθηκε προς το βόρειο τμήμα της αρχαίας πόλης, καθώς και το ανώτερο μέρος της βορειοδυτικής πλαγιάς, κάτω από το τείχος του Κάστρου. Ο χριστιανικός πληθυσμός κατέλαβε το υπόλοιπο μέρος της χερσονήσου (της αρχικής νησίδας) και απλώθηκε προς το νότιο μέρος της αρχαίας πόλης, έχοντας για κέντρο το νότιο λιμάνι. Τα δύο μέρη της νεότερης Μυτιλήνης επικοινωνούσαν μέσω της μεγάλης αρτηρίας, του δρόμου της αγοράς (γνωστής σήμερα ως Ερμού). Από τις αρχές του 19ου αι., το βόρειο μέρος του δρόμου παγιώθηκε ως αγορά των μουσουλμάνων, ενώ το νότιο ως αγορά των χριστιανών. Το σημείο που οριοθετούσε τυπικά τα όρια κάθε αγοράς βρισκόταν στο Μπας - φανάρι (κύριο φανάρι), δηλαδή στη διασταύρωση των σύγχρονων δρόμων Ερμού και Πιττακού. Στην πραγματικότητα, από τα τέλη τουλάχιστον του 19ου αι., η χριστιανική (ή «Νέα» αγορά) είχε επεκταθεί λίγο βορειότερα, μέχρι περίπου την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (τη σύγχρονη Μητρόπολη). Πολλοί μελετητές επισημαίνουν ότι το νότιο λιμάνι, αλλά και γενικότερα το νότιο τμήμα της Μυτιλήνης ήταν πιο ανεπτυγμένα οικονομικά το 19ο αι., με αποτέλεσμα τη μετατόπιση του κέντρου των ευρύτερων εμπορικών (αλλά και των κοινωνικών - πολιτιστικών) δραστηριοτήτων προς το νότο, κάτι που συνεχίζεται έως και σήμερα.

- Το Κάστρο

Μετά την άλωση της Μυτιλήνης το 1462, οι Οθωμανοί κατακτητές προχώρησαν στην αναδιαμόρφωση του Κάστρου. Τα κτήρια που χρονολογούνται στην οθωμανική περίοδο είναι η Πυριτιδαποθήκη μέσα στο Μεγάλο Περίβολο, το Κουλέ ή Καλέ Τζαμί, η Πυριτιδαποθήκη του Μεσαίου Κάστρου, ο Μενδρεσές (μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο), ο Τεκές (κτήριο που εξυπηρετούσε τη λειτουργία του μουσουλμανικού θρησκευτικού τάγματος των Μεβλεβί Δερβίσηδων), οι Οθωμανικές Φυλακές, το Χαμάμ και δύο κρήνες. Στην τοιχοδομία τους οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν μικρούς ακανόνιστους λίθους και άφθονο κονίαμα. Το 1501, επί Σουλτάνου Βαγιαζήτ (Bayezid), επισκευάστηκαν οι κατεστραμμένες οχυρώσεις του βόρειου λιμανιού, κατασκευάστηκαν δύο μεγάλοι στρογγυλοί οχυρωματικοί πύργοι με κανονιοθυρίδες και αναπτύχθηκαν νέα τείχη.Νέες κατασκευές εκσυγχρονισμού του Κάστρου ολοκληρώθηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα από τον Μπεκήρ πασά, επί των ημερών του σουλτάνου Ιμπραήμ Χαν. Στην περιοχή του Κάτω Κάστρου (Σαπλιτζά) κατασκευάστηκε θαλάσσιος κυκλικός προμαχώνας, πραγματοποιήθηκαν επισκευές των τειχών και ανέγερση ενός νέου τείχους μπροστά από το υφιστάμενο μεσαιωνικό. Εξωτερικά της νοτιοδυτικής πύλης των Γατελούζων διαμορφώθηκε νέα πύλη (Ορτά Καπού, 1644). Μπροστά από τις νέες αυτές κατασκευές δημιουργήθηκε μια βαθιά και πλατιά τάφρος. Νέες εκτεταμένες επισκευαστικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από σεισμό, στα μέσα του 18ου αιώνα. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα κατασκευάστηκαν στρατώνες κοντά στον Μενδρεσέ, καθώς και η γειτονική Πυριτιδαποθήκη.

- Μενδρεσές (Οθωμανικό Ιεροδιδασκαλείο)

Οι μενδρεσέδες ήταν ιεροδιδασκαλεία στα οποία φοιτούσαν αρκετά χρόνια σπουδαστές (σοχτάδες ή σοφτάδες) διαφόρων ηλικιών. Τα μαθήματα διδάσκονταν από τους καθηγητές της Σχολής (μουδερίς) καιπεριελάμβαναν τη διδασκαλία της αραβικής γλώσσας, την ερμηνεία του Κορανίου και τη μελέτη των επιστημών της νομικής, της θεολογίας και της αστρονομίας. Οι απόφοιτοι των ιδρυμάτων αυτών ονομάζονταν μολλάδες. Οι μενδρεσέδες εμφανίζονται από το 13ο αιώνα και εξής. Στη Μυτιλήνη ο Μενδρεσές βρισκόταν στη νοτιο-δυτική πλευρά του Μεσαίου Κάστρου. Σύμφωνα με κάποιες βιβλιογραφικές πηγές, επρόκειτο για ίδρυμα του ναυάρχου του οθωμανικού στόλου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (1478-1546), που καταγόταν από τη Λέσβο. Επίσης ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, στο χώρο που καταλαμβάνει το Ιεροδιδασκαλείο, υπήρχε μετόχι της Μονής των Οσίων Πατέρων κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το Ιεροδιδασκαλείο ήταν ένα διόρωφο, σχεδόν τετράγωνο κτίριο, κτισμένο από υλικό προερχόμενο από κτίρια της ύστερης αρχαιότητας (όπως πιστοποιείται και από ενεπίγραφη πλάκα ρωμαϊκής εποχής στη βορειοδυτική εσωτερική πλευρά του Μενδρεσέ), καθώς επίσης και από ερυθρωπούς πωρόλιθους και πλίνθους. Αριστερά της εισόδου του κτίσματος υπήρχε θυρίδα αγνισμού με βρύση. Η βόρεια πλευρά του Μενδρεσέ είχε δύο παράθυρα που φώτιζαν την αίθουσα προσευχής και διδασκαλίας, ενώ η ανατολική διέθετε άλλα τέσσερα για τους κοιτώνες. Πρόσβαση στον επάνω όροφο εξασφάλιζε μια πέτρινη σκάλα που βρισκόταν δίπλα στην είσοδο. Στον όροφο υπήρχε μια εσωτερική στοά με πλινθόκτιστες αψίδες και στις γωνίες των τοίχων πέτρινες υδρορροές που διοχέτευαν τα νερά της βροχής στην αυλή. Υπήρχαν ακόμα δέκα κοιτώνες, οι οποίοι πιθανότατα χρησιμοποιούνταν από τους ιεροσπουδαστές. Στη βορειοανατολική γωνία του ορόφου υπήρχε τετράγωνη αίθουσα προσευχής και διδασκαλίας, που επιστεγαζόταν με ημισφαιρικό τρούλο. Τέλος, στο ισόγειο εντοπίζονται οι βοηθητικοί χώροι, όπως μαγειρεία, αποθήκες, τραπεζαρία, κ.ά.

- Τεκές (χώρος λατρείας και διαλογισμού των Μεβλεβί δερβίσηδων )

Στη ανατολική γωνία του δρόμου που οδηγεί στη νοτιοανατολική Πύλη του Κάστρου της Μυτιλήνης, βρισκόταν ο Τεκές των Μεβλεβίδων. Κάθε χώρος που ήταν αφιερωμένος στις λατρευτικές πρακτικές διαφόρων μουσουλμανικών θρησκευτικών ταγμάτων ήταν γνωστός ως τεκές, ή μεστζίτ ή μασγίδιο ή ασκητήριο ή ευκτήριο. Ο Τεκές του Κάστρου ήταν μία σχεδόν τετράγωνη, λιθόκτιστη, κεραμιδοσκέπαστη και μονώροφη κατασκευή, με παράθυρα σε κάθε πλευρά, προκειμένου να φωτίζεται η αίθουσα της προσευχής. Οι στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες (σεμαζέν) εμπνέονταν από την ιδεολογία του σουφικού τάγματος των Μεβλεβίδων. Το τάγμα ιδρύθηκε το 13ο αιώνα στο Ικόνιο από τον ποιητή Τζελαλεντίν Ρουμί (Mevlânâ Celâleddin Mehmed Rumi) και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά τάγματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μέσα από την κυκλική περιστροφή, οι δερβίσηδες επιχειρούσαν να συνδεθούν και να συντονιστούν με την κίνηση όλων των υπόλοιπων υπάρξεων και της φύσης εν γένει. Σκοπός του σεμαζέν ήταν η ανακάλυψη της αρμονίας, καθώς και η ταύτιση με την Ύπαρξη και το Δημιουργό. Πολλοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι ο χορός των Μεβλεβίδων έχει τις ρίζες του στις αρχαίες μυστικιστικές θρησκείες και συνδέεται με ευρύτερες ιστορικές παρακαταθήκες των περιοχών της Μικράς Ασίας, της Ανατολίας αλλά και συνολικότερα της λεκάνης της Μεσογείου.

- Χαμάμ «Μεσαίου Κάστρου»

Σήμερα στην πόλη της Μυτιλήνης διασώζονται τέσσερα δημόσια οθωμανικά λουτρά (χαμάμ), κτισμένα κοντά σε θρησκευτικά μουσουλμανικά ιδρύματα, καθώς και αρκετά μικρότερα ιδιωτικά. Στην περιοχή του Μεσαίου Κάστρου, ο ορθογώνιος καμαροσκέπαστος χώρος κοντά στο Μενδρεσέ και στον Τεκέ αποτελούσε τμήμα μικρού λουτρού. Διαθέτει αεραγωγούς μέσω των οποίων διοχετευόταν ο θερμός αέρας στους τοίχους και στο χώρο του λουτρού. Η ίδρυσή του δίπλα σε δύο κτίρια θρησκευτικού χαρακτήρα ήταν επιβεβλημένη, καθώς οι μουσουλμάνοι έπρεπε να καθαριστούν πριν από την προσευχή. Το λουτρό, απαραίτητο για την κάθαρση του σώματος και της ψυχής, αποτελούσε χώρο αυτοσυγκέντρωσης, χαλάρωσης, ανάπαυσης και κοινωνικής συναναστροφής, παράλληλα όμως συνδεόταν και με σημαντικά γεγονότα του κύκλου της ζωής, όπως ο γάμος, η γέννηση παιδιού, η περιτομή, η αναχώρηση των στρατευσίμων, κ.λ.π.

- Οθωμανικές Φυλακές

Οι συγκεκριμένες φυλακές κατασκευάστηκαν το 17ο αιώνα, από τον αρχιτέκτονα Μουσά - Μπαμπά. Ο ισόγειος χώρος λειτουργούσε σαν στρατιωτικό νοσοκομείο, είχε δε στο κέντρο πύργο, όπου στεγαζόταν η φρουρά. Ο υπόγειος χώρος είχε χρήση φυλακών. Το παραλληλόγραμμο κτίσμα διαθέτει ποικίλων διαστάσεων στεγασμένους χώρους με είσοδο από την πλευρά της αυλής. . Ένα σύστημα απορροής υδάτων (που χρησίμευε μάλλον για να καταλήγουν τα νερά από τα δωμάτια του νοσοκομείου με τo οποίo συνδεόταν), περιέτρεχε όλο το εσωτερικό του αύλειου χώρου, παράλληλα με τα περιμετρικά κτίσματα.

- Οθωμανική Κρήνη

Οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό. Στο Κάστρο της Μυτιλήνης διασώζονται δύο οθωμανικές κρήνες με δεξαμενή (χαζανέ). Μια κρήνη εντοπίζεται κοντά στη βυζαντινή πύλη του Μεσαίου Κάστρου και μια δεύτερη πλησίον της πύλης του Κάτω Κάστρου. Η κρήνη δίπλα στη βυζαντινή πύλη είναι κτίσμα ορθογώνιας κάτοψης με δεξαμενή που φέρει στον πλαϊνό τοίχο μικρό παράθυρο για τον έλεγχο του νερού και της καθαριότητας του χώρου. Στην κύρια όψη της διαμορφώνεται οξυκόρυφο τόξο, στο τύμπανο του οποίου υπήρχε παλαιότερα λίθινη πλάκα με επιγραφή.

- Χαμάμ «Κάτω Κάστρου» (γενικές πληροφορίες για τα λουτρά της οθωμανικής περιόδου)

Η μουσουλμανική θρησκεία επέβαλε την καθαριότητα του σώματος δύο φορές την ημέρα, καθώς το Κοράνι αναφέρει ότι το νερό εξαλείφει τα αμαρτήματα και - μαζί με το «λουτρό» φωτός που εισερχόταν από τα διαφώτιστα των θόλων - συντελεί στον εξαγνισμό της ψυχής και στην προετοιμασία για την προσευχή. Σε όσα αστικά κέντρα κατέκτησαν οι Οθωμανοί, βασική προτεραιότητα ήταν πάντα το κτίσιμο δημόσιων λουτρών (χαμάμ). Τα χαμάμ ήταν μνημειακές κατασκευές, οι οποίες ιδρύονταν από αξιωματούχους, ωστόσο μπορούσαν να τις επισκεφτούν άντρες και γυναίκες από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ανεξαρτήτως καταγωγής. Το χαμάμ διακρινόταν σε τρεις βασικούς χώρους: το ψυχρό (αποδυτήριο), το χλιαρό και το θερμό διαμέρισμα, ενώ συμπληρωνόταν από βοηθητικούς χώρους για επιμέρους διαδικασίες φροντίδας του σώματος. Το νερό θερμαινόταν σε μεγάλο χάλκινο καζάνι, στο χώρο της δεξαμενής και ο θερμός αέρας που δημιουργείτο, διοχετευόταν μέσω πήλινων αγωγών στους τοίχους και κάτω από το δάπεδο. Χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό τους στοιχείο ήταν οι θόλοι στην οροφή, οι οποίοι διακοσμούνταν από φεγγίτες καλυμμένους με φυσητά γυαλιά, συχνά έγχρωμα. Υπεύθυνοι για την καθαριότητα του χαμάμ αλλά και για τη φροντίδα των ανδρών και των γυναικών ήταν ο τελλάκ και η νατίρισσα. Στο βορειοδυτικό τμήμα της Επάνω Σκάλας καταγράφονται τα ακόλουθαδημόσια λουτρά: το μεγάλο λουτρό της Αγοράς (Τσαρσί Χαμάμ - απέναντι από το Γενί Τζαμί), που χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα, το λουτρό στη συμβολή των οδών Ηρακλείας και Καραβαγγέλη (επίσης του 19ου αιώνα), ένα πρωιμότερο (17ου αιώνα) στην περιοχή του Κάτω Κάστρου, καθώς και ένα ακόμη που συνανήκε στο Βαλιδέ Τζαμί. Πιθανολογείται ότι το χαμάμ του Κάτω Κάστρου οικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερου λουτρού.

Αναζήτηση







Συνδυαστική έρευνα

Εγγραφή

User

Mail

Pass


Σύνδεση






Χάρτης ιστοτόπου